Διαταραχές λόγου και Ομιλίας

Οι διαταραχές της ομιλίας μπορεί να επηρεάσουν την  ικανότητα του συνδυασμού των ήχων για την άρθρωση των λέξεων, την ποιότητα της φωνής και τον ομαλό ρυθμό.

Είναι η δυσκολία στη σωστή παραγωγή των ήχων που έχει ως αποτέλεσμα τη μη κατανοητή- δυσνόητη ομιλία. Χαρακτηρίζεται από:

Αφαιρέσεις ήχων π.χ. «πίτι» αντί «σπίτι», «πότα» αντί «πόρτα»
Αλλοιώσεις ήχων π.χ. «θπίτι» αντί «σπίτι», «δώνη» αντί «ζώνη»
Αντικαταστάσεις ήχων π.χ. «κόπι» αντί «τόπι», «σπίκι» αντί «σπίτι»

Η παραγωγή ήχων της ομιλίας απαιτεί συγκεκριμένες κινήσεις:

  • της κάτω γνάθου
  • της γλώσσας
  • των χειλιών
  • των παριών
  • της υπερώας

Οι αιτίες της διαταραχής ποικίλουν:

  • Απώλεια ακοής
  • Κινητικές δυσκολίες της στοματικής κοιλότητας (το παιδί δεν εκτελεί καλά κινήσεις: του στόματος, των χειλιών, της γλώσσας)
  • Ψυχοσυναισθηματική ανωριμότητα (το παιδί δεν επιθυμεί να μεγαλώσει, οι γονείς του το υπερ – προστατεύουν)

Τα συμπτώματα

  • Αντικατάσταση φωνημάτων με άλλα φωνήματα π.χ. /θέλω/ – /σέλω/
  • Παράλειψη φωνημάτων ή συλλαβών π.χ. /κότα/ – /κόα/, /καραμέλα/ – /καμέλα/
  • Απλοποιήσεις συμπλεγμάτων π.χ. /στρατός/ – /στατός/, /κρύο/ – /κύο/
  • Αλλοιώσεις φωνημάτων π.χ. αντί /ρ/ το παιδί παράγει έναν ήχο που ακούγεται σαν /γι/

 

Ο ρόλος του λογοθεραπευτή και η διαδικασία αποκατάστασης

Ο λογοθεραπευτής είναι υπεύθυνος για τη διάγνωση και τη δημιουργία προγράμματος αποκατάστασης των διαταραχών στην άρθρωση σε παιδιά και σε ενήλικες. Αρχικά ο λογοθεραπευτής κάνει χρήση ειδικών δοκιμασιών αξιολόγησης της άρθρωσης με σκοπό να εντοπίσει τις δυσκολίες. Επιπλέον εξετάζεται η λειτουργία και η αρτιότητα των οργάνων της άρθρωσης (γλώσσα, χείλη, δόντια, υπερώα κ.ά.) με ένα στοματοπροσωπικό έλεγχο. Ένας γενικός έλεγχος της επικοινωνίας και της γλωσσικής ανάπτυξης του παιδιού κρίνεται απαραίτητος ώστε να δημιουργηθεί ένα πρόγραμμα αποκατάστασης προσαρμοσμένο στις ανάγκες κάθε παιδιού.

Αφού τεθούν οι στόχοι και ενημερωθούν οι γονείς ξεκινάει η αποκατάσταση. Ο λογοθεραπευτής με έξυπνους και ενδιαφέροντες τρόπους βοηθάει το παιδί να κάνει τις σωστές κινήσεις για την παραγωγή του επιθυμητού φωνήματος. Σταδιακά το παιδί μαθαίνει να παράγει το σωστό ήχο σε λέξεις, φράσεις, προτάσεις και τέλος μαθαίνει να γενικεύει τη χρήση του σωστού ήχου στην καθημερινότητα. Η διάρκεια της αποκατάστασης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες π.χ. η συνεργασία παιδιού-γονέων-λογοθεραπευτή, οι αντικειμενικές δυσκολίες του προβλήματος, τα κίνητρα της οικογένειας ή του παιδιού, η ηλικία και άλλα ατομικά χαρακτηριστικά του παιδιού κ.ά.

Έχει ως χαρακτηριστικό τη λανθασμένη αποτύπωση των φωνολογικών κανόνων, με αποτέλεσμα να επηρεάζονται ομάδες ήχων. Η διαταραχή  αυτή εκδηλώνεται με πολλαπλές αλλοιώσεις, παραλείψεις και μεταθέσεις ήχων και συλλαβών.

Αιτίες:

  • Δυσκολία στην ακουστική αντίληψη και στην διαφοροποίηση των ήχων
  • Δυσκολία στην οργάνωση και αντίληψη του χρόνου
  • Κινητικές δυσκολίες
  • Ελλιπής ακουστική μνήμη
  • Ελλιπή περιβαλλοντικά ερεθίσματα
  • Συναισθηματική ανωριμότητα

Παραδείγματα:

  • Το παιδί αντικαθιστά το φώνημα « σ » με το φώνημα « θ ». Π.χ. /σούπα/ – /θούπα/
  • Το παιδί αντικαθιστά όλα τα πίσω φωνήματα με μπροστινά φωνήματα.

Π.χ. όλα τα « κ » τα παράγει ως « τ » , /κάνω/ – /τάνω/

  • Το παιδί απλοποιεί ή απαλείφει φωνήματα. Π.χ. /σκούπα/ – /κούπα/, /βάζω/ – /άζ /
  • Το παιδί αντιμεταθέτει ή αντιστρέφει φωνήματα ή συλλαβές σε λέξεις.

Π.χ. /ξάδερφος/ – /σκάδερφος/, /πακέτο/ – /καπέτο/

 

Ο ρόλος του λογοθεραπευτή και η διαδικασία αποκατάστασης

Εάν ένα παιδί εμμένει στο να χρησιμοποιεί μια διαδικασία απλοποίησης που θα έπρεπε να έχει σταματήσει αρκετούς μήνες πριν, υπάρχει πρόβλημα. Ο λογοθεραπευτής αποκλείει άλλες πιθανές διαταραχές που μπορεί να έχουν τα ίδια ή παρόμοια συμπτώματα με τις φωνολογικές διαταραχές. Στη συνέχεια, αξιολογεί τη Φωνολογική Εξέλιξη του παιδιού και καταγράφει τις απλοποιήσεις που κάνει στην ομιλία του. Από το είδος αυτών των απλοποιήσεων προσδιορίζει την ηλικία της φωνολογικής ανάπτυξης του παιδιού και παρεμβαίνει όταν αυτή δε συμβαδίζει με τη χρονολογική του ηλικία ή όταν οι απλοποιήσεις που κάνει είναι άτυπες και δεν παρατηρούνται στη φωνολογική εξέλιξη άλλων παιδιών.

Διαταραχή η  οποία σχετίζεται με την έλλειψη συντονισμού μεταξύ της αναπνοής, της άρθρωσης, της φώνησης και της προσωδίας.

Αιτίες:

  • Βλάβες των άνω κινητικών νευρώνων (σπαστική δυσαρθρία)
  • Βλάβες των κάτω κινητικών νευρώνων (χαλαρή δυσαρθρία)
  • Μικτές βλάβες των άνω και κάτω κινητικών νευρώνων
  • Εξωπυραμιδικές βλάβες (δυσκινητική δυσαρθρία)
  • Υπερικινητικές δυσαρθρίες
  • Η παρεγκεφαλίδα και οι βλάβες της (αταξική δυσαρθρία)
  • Άλλες μικτές δυσαρθρίες με διάσπαρτες βλάβες
  • Νόσος του Wilson (σπαστική υπερκινητική δυσαρθρία)

Τα συμπτώματα:

Ένα άτομο με δυσαρθρία μπορεί να βιώσει τα ακόλουθα συμπτώματα, αναλόγως την έκταση και την περιοχή της βλάβης στο νευρικό σύστημα.

  • «Μπερδεμένη» ομιλία.
  • Μιλάει απαλά ή μόλις και μετά βίας ψιθυρίζει.
  • Αργός ρυθμός ομιλίας.
  • Ταχείς ρυθμός ομιλίας με ένα είδος μουρμουρίσματος.
  • Περιορισμένη κίνηση της γλώσσας, των χειλιών και του σαγονιού.
  • Ανώμαλος τονισμός (ρυθμός) κατά την ομιλία.
  • Αλλαγές στη φωνητική ποιότητα (ρινική ομιλία ή ομιλία που ακούγεται πνιγερή).
  • Βραχνάδα.
  • Ακούσιο ψιθύρισμα.
  • Πλήρως ελλιπής ή μερικός έλεγχος του σαγονιού.
  • Δυσκολία στη μάσηση και στην κατάποση.

 

 Ο ρόλος του λογοθεραπευτή και η διαδικασία αποκατάστασης

  • Επιβράδυνση του ρυθμού της ομιλίας (αν αυτή έχει γρήγορο ρυθμό).
  • Βελτίωση της υποστήριξης της αναπνοής, έτσι ώστε το άτομο να μπορεί να μιλάει δυνατά.
  • Ενδυνάμωση των μυών.
  • Αύξηση της κινητικότητας των μυών του στόματος, της γλώσσας και των χειλιών.
  • Βελτίωση της άρθρωσης, έτσι ώστε ο λόγος να είναι πιο καθαρός.
  • Ανάπτυξη στρατηγικών για καλύτερη επικοινωνία με το άτομο με δυσαρθρία στους φροντιστές, στα μέλη της οικογένειας κ.α.

Σε σοβαρές περιπτώσεις, εκμάθηση χρήσης εναλλακτικών τρόπων επικοινωνίας (π.χ. απλές χειρονομίες, αλφαβητικοί πίνακες ή ηλεκτρονικό εξοπλισμό ή εναλλακτικούς τρόπους επικοινωνίας)

Διαταραχή η οποία σχετίζεται με δυσκολίες στον προγραμματισμό, στη συντονισμένη και με ακρίβεια εκτέλεση των αρθρωτικών κινήσεων.

Αιτίες:

  • Νευρολογικές βλάβες λόγω μολύνσεων, ασθένειας, βλάβης ή τραυμάτων
  • Γενετικές διαταραχές
  • Διαταραχές μεταβολισμού
  • Επιληπτικές διαταραχές

 

Συμπτώματα:

  • Καθυστερημένη ομιλία
  • Αρθρωτική αναζήτηση
  • Μιμούμενη έναντι αυθόρμητης ομιλίας
  • Δυσκολία άρθρωσης πολυσύλλαβων λέξεων
  • Προσωδία
  • Μειωμένη κατανόηση της ομιλίας

 

Ο ρόλος του λογοθεραπευτή και η διαδικασία αποκατάστασης

Ο λογοθεραπευτής μπορεί να χρησιμοποιήσει μια ποικιλία τεχνικών στη θεραπεία, για να πετύχει μέγιστα αποτελέσματα. Η έρευνα δείχνει, ότι με παιδιά με απραξία ωφελούνται περισσότερο όταν λαμβάνουν συχνές συνεδρίες θεραπείας. Ο λογοθεραπευτής μπορεί επίσης να προτείνει εναλλακτικά μέσα επικοινωνίας, όπως νοηματική, ή επαυξητικά συστήματα επικοινωνίας, που  μπορούν να διευκολύνουν ένα παιδί, εάν έχει σοβαρά προβλήματα στην επικοινωνία του. Αυτά τα εναλλακτικά μέσα επικοινωνίας μπορούν να εξυπηρετήσουν προσωρινά, έως ότου καταστήσουν ένα λιγότερο απογοητευτικό τρόπο για τα παιδιά με απραξία να εκφράζονται και να επικοινωνούν με τους γύρω τους, μέχρι να ξεκινήσει η ομιλία τους να βελτιώνεται με τη θεραπεία. Τα αποτελέσματα της θεραπείας εξαρτώνται από τη σοβαρότητα της απραξίας του παιδιού, καθώς και εάν συντρέχουν κι άλλα προβλήματα, όπως καθυστερημένη ανάπτυξη της γλώσσας, δυσκολίες στη λεπτή κινητικότητα, ή αισθητηριακές δυσκολίες. Συνήθως, με την πάροδο του χρόνου και με την κατάλληλη θεραπεία παιδιά με απραξία μπορούν να κάνουν πρόοδο και να επιτύχουν ορισμένα επίπεδα για κατανοητή ομιλία και αποτελεσματική επικοινωνία.

Είναι η διαταραχή στη ροή της ομιλίας με επαναλήψεις ήχων, συλλαβών, λέξεων, ακατάλληλες παύσεις και επιμακρύνσεις ήχων. Σημειώνεται ότι ένα μεγάλο ποσοστό παιδιών μεταξύ της ηλικίας των 3 – 4 ετών, παρουσιάζουν περιόδους δυσευθράδειας οι οποίες εμπίπτουν κάτω από την ομάδα των ομαλών δυσευθραδειών. Η οικογένεια του παιδιού θα πρέπει να ανησυχήσει όταν υπάρχει κληρονομικό υπόβαθρο για τραυλισμό στην οικογένεια ή όταν  συνυπάρχουν άλλες διαταραχές στο λόγο και δεν παρατηρείται σταδιακή μείωση  των δυσευθραδειών.

Πού μπορεί να οφείλεται

  1. Νευρολογική δυσλειτουργία. Η αποκλίνουσα νευρολογική οργάνωση του μηχανισμού ομιλίας συνδυαζόμενη με την ευάλωτη ψυχοσύνθεση του παιδιού, αλληλεπιδρούν με αναπτυξιακούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες για να πυροδοτήσουν την εμφάνιση της διαταραχής.
  2. Κληρονομικότητα. Συχνά συνυπάρχουν άτομα με ιστορικό τραυλισμού στον ευρύτερο οικογενειακό κύκλο του παιδιού.

 

Τα συμπτώματα

Βασικές συμπεριφορές

  • Επαναλήψεις ήχων, συλλαβών ή και λέξεων (ει…ει… είμαι καλά).
  • Μπλοκαρίσματα (π…αγωτό).
  • Επιμηκύνσεις (σσσυγγνώμη).

Δευτερεύουσες συμπεριφορές

  • Γκριμάτσες
  • Κλείσιμο ματιών ή άλλες εκφράσεις προσώπου
  • Βγάλσιμο της γλώσσας
  • Πίεση των χειλιών μεταξύ τους
  • Κινήσεις του κορμού ή των άκρων (χτύπημα χεριού)
  • Παρεμβολές λέξεων
  • Αποφυγή λέξεων

 

Ο ρόλος του λογοθεραπευτή και η διαδικασία αποκατάστασης

Ο λογοθεραπευτής μαθαίνει στο παιδί που τραυλίζει διάφορες τεχνικές ομιλίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και παρέχει βοήθεια για καλύτερη αντίληψη και κατανόηση του προβλήματος. Η μείωση του τραυλισμού εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως η συχνότητα, η ένταση του προβλήματος και η αποδοχή του. Ο τραυλισμός δε θεραπεύεται, αλλά με τη θεραπεία το παιδί μαθαίνει να ελέγχει την ομιλία του και να μειώσει σημαντικά τα επεισόδια τραυλισμού.

Είναι οι διαταραχές που σχετίζονται με την οποιαδήποτε αλλαγή στην ποιότητα της φωνής του ατόμου. Οι αλλαγές αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν τον τόνο, την ένταση ή και την ποιότητα της φωνής και μπορεί να οφείλονται σε λειτουργικούς, παθολογικούς, νευρολογικούς ή ψυχολογικούς λόγους.

Πού μπορεί να οφείλεται

  • Κατάχρηση φωνής π.χ. Υπερβολική ένταση ή παρατεταμένη χρήση φωνής
  • Συνεχές “καθάρισμα” λαιμού
  • Λοιμώξεις
  • Παλινδρόμηση των υγρών του στομάχου
  • Όγκοι (ιογενής, καρκινικοί)
  • Ασθένειες που προκαλούν παράλυση των φωνητικών χορδών
  • Κάπνισμα

 

Τα συμπτώματα

  • Εύκολη φωνητική κόπωση
  • Βραχνάδα
  • Τραχύτητα φωνής
  • Μείωση της έντασης
  • Μειωμένη ικανότητα διακύμανσης του ύψους της φωνής
  • Πνευστότητα φωνής
  • Αίσθηση πόνου ή καυσαλγία στην περιοχή του λάρυγγα

Όσον αφορά στους ενήλικες, ομάδες υψηλού κινδύνου αποτελούν άτομα που εργάζονται σε θορυβώδη ή τοξικά για τη φωνή περιβάλλοντα ή άτομα που κάνουν κατάχρηση φωνής π.χ. εκπαιδευτικοί, κομμωτές, οικοδόμοι, ιερείς, ηθοποιοί, τραγουδιστές κ.ά.

 

Ο ρόλος του λογοθεραπευτή και η διαδικασία αποκατάστασης

Η αποκατάσταση του προβλήματος στη φωνή συχνά απαιτεί την παρέμβαση εξειδικευμένου λογοθεραπευτή με σκοπό τη βελτίωση στη δύναμη, στην ελαστικότητα, στην αντοχή των μυών του λάρυγγα και στη βελτίωση του συντονισμού των μυών ώστε να βρεθεί η ισορροπία που χρειάζεται για την υγιή παραγωγή της φωνής.

Ειδική διαταραχή του προφορικού λόγου που χαρακτηρίζεται από μια ανακολουθία μεταξύ της εξέλιξης του συνόλου των δεξιοτήτων ενός φυσιολογικού παιδιού και των γλωσσικών του ικανοτήτων, κυρίως όσον αφορά στη γλωσσική του έκφραση

Εκδηλώνεται κυρίως με:

  • Απώλεια ή περιορισμό λόγου
  • Jargon (μόνο το στενό περιβάλλον κατανοεί το παιδί)
  • Οι προτάσεις του περιέχουν κυρίως ουσιαστικά
  • Τα ρήματα είναι κυρίως στο τρίτο πρόσωπο
  • Ασυμφωνίες με στοιχεία της γραμματικής
  • Απώλεια ή περιορισμός προτάσεων ή σύνδεση προτάσεων μόνο παρατακτική
  • Υπάρχουν δυσκολίες κατανόησης εννοιών (χωροχρονικές έννοιες κυρίως)
  • Συνοδεύεται συχνά από φωνολογικές ή/και αρθρωτικές διαταραχές.

 

Ο ρόλος του λογοθεραπευτή και η διαδικασία αποκατάστασης

Η θεραπευτική παρέμβαση έχει ως κύριο στόχο την αποκατάσταση των διαταραχών του λόγου και εστιάζεται στην:

  • Κατανόηση του προφορικού λόγου.
  • Άρθρωση και οργάνωση του φωνολογικού συστήματος.
  • Ανάπτυξη του λεξιλογίου.
  • Οργάνωση του εκφραστικού λόγου ( σύνταξη προτάσεων, σωστή χρήση γραμματικών κανόνων).
  • Ανάπτυξη της περιγραφικής και αφηγηματικής ικανότητας (περιγραφή προσώπων και καταστάσεων, αφήγηση ιστορίας/ γεγονότων της καθημερινής ζωής).

Οι διαταραχές κατάποσης (ή δυσφαγία) είναι σύμπτωμα και όχι μία ασθένεια. Είναι η περιγραφή συμπτωμάτων που σχετίζονται με προβλήματα στη λήψη, διαχείριση και προώθηση της τροφής και των εκκρίσεων από τα χείλη έως το στομάχι. Οι διαταραχές της κατάποσης αφορούν δυσλειτουργίες κατά τη σίτιση και μπορούν να παρατηρηθούν σε οποιοδήποτε στάδιο της κατάποσης (προπαρασκευαστικό στάδιο, στοματικό στάδιο, φαρυγγικό στάδιο και οισοφαγικό στάδιο).

 

Αιτίες:

  • Νευρογενείς διαταραχές (90%) π.χ. αγγειακό επεισόδιο, κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εκφυλιστική
  • νευρολογική νόσος κ.ά.
  • Νεοπλασματικές (5%) π.χ. πριν ή μετά από νεόπλασμα στοματοφάρυγγα, λάρυγγα ή οισοφάγου.
  • Ψυχογενείς ή Συμπεριφοράς (κυρίως σε παιδιά).

 

Τα συμπτώματα

  • Κόπωση κατά τη διάρκεια μάσησης στερεάς τροφής
  • Αυξημένος χρόνος για την ολοκλήρωση του γεύματος
  • Παλινδρόμηση της τροφής στο στόμα ή από τη μύτη
  • Σημαντική απώλεια σωματικού βάρους
  • Απώλεια της ευχαρίστησης του γεύματος
  • Σιελόρροια
  • Φόβος λήψης τροφής
  • Ξηροστομία
  • Δυσκολία λήψης της τροφής από το κουτάλι
  • Ελαττωμένη ικανότητα δαγκώματος
  • Ανεπαρκής ή απούσα ικανότητα μάσησης
  • Έλλειψη έναρξης κατάποσης
  • Βήχας κατά τη διάρκεια ή μετά την κατάποση
  • Καθαρισμός του λαιμού κατά την διάρκεια ή μετά την κατάποση
  • Πνίξιμο κατά την διάρκεια ή μετά την κατάποση
  • Στραβοκατάπημα πριν ή κατά τη διάρκεια ή το τέλος της κατάποσης
  • Αίσθημα καθήλωσης της τροφής στον λαιμό
  • Πόνος κατά την κατάποση
  • Αυξημένες εκκρίσεις κατά την διάρκεια ή μετά το γεύμα
  • Καούρα
  • Δυσπεψία
  • Ναυτία / εμετός
  • Υπερβολικό ρέψιμο
  • Ξινή γεύση στο στόμα
  • Χρόνια κακή αναπνοή
  • Δύσπνοια
  • Συχνοί πονόλαιμοι
  • Στομαχόπονοι
  • Μεταβολές της φωνής (υγρή φωνή)

 

Ο ρόλος του λογοθεραπευτή και η διαδικασία αποκατάστασης

Η αποκατάσταση της δυσφαγίας και ο χρόνος που απαιτείται ποικίλλει ανάλογα με τα αίτια, τη βαρύτητα και την έκταση των διαταραχών κατάποσης. Στοχεύει στην αποκατάσταση της φυσιολογίας της κατάποσης και της λειτουργικότητας των δομών που λαμβάνουν μέρος στην κατάποση.

Ο λογοθεραπευτής σε συνεργασία με τους άλλους ειδικούς της διεπιστημονικής ομάδας θα παρέμβει ανάλογα με τη συμπτωματολογία είτε με:

  • Ειδική θεραπεία κατάποσης (όπως ασκήσεις βελτίωσης των κινήσεων των μυών).
  • Τροποποίηση στάσης σώματος του ασθενούς κατά τη σίτιση.
  • Τροποποίηση της κατάποσης.
  • Τροποποίηση της τροφής.

Το κυριότερο όφελος που προκύπτει από την επιλογή της στοματικής σίτισης και την αποκατάσταση της, που στοχεύει ακριβώς στην επαναδραστηριοποίηση και τη θεμελίωση της φυσιολογικής λειτουργίας της κατάποσης, είναι ότι η στοματική σίτιση αποτελεί τον ασφαλέστερο και καλύτερο ποιοτικά τρόπο σίτισης σε σχέση με τις μεθόδους μη στοματικής σίτισης καθώς η τροφή απορροφάται και η πέψη γίνεται σταδιακά.

Οι Ειδικές Αναπτυξιακές Διαταραχές του λόγου και ομιλίας (ΕΑΔ) είναι οι διαταραχές που χαρακτηρίζονται από σημαντική καθυστέρηση ή απόκλιση στην ανάπτυξη του λόγου του παιδιού. Το παιδί δεν παρουσιάζει επαρκή επικοινωνία ακόμη κι αν οι υπόλοιποι τομείς αναπτύσσονται φυσιολογικά.

Οι Ειδικές Αναπτυξιακές Διαταραχές του λόγου αποδίδονται σε:

  • Ανωριμότητα ή καθυστέρηση νευρολογικής ωρίμανσης
  • Κληρονομικότητα
  • Περιγεννητικούς παράγοντες (π.χ. ανοξία)
  • Ασθένειες (π.χ. μηνιγγίτιδα, εγκεφαλίτιδα)

Οι διαταραχές αυτές δεν αποδίδονται σε:

  • Βλάβες των αισθητήριων οργάνων (π.χ. βαρηκοΐα)
  • Νοητική υστέρηση
  • Περιβαλλοντικούς παράγοντες (π.χ. διγλωσσία, φτωχό σε ερεθίσματα περιβάλλον)
  • Συναισθηματικούς παράγοντες

Τα παιδιά που έχουν κάποιους από τους παραπάνω παράγοντες (νοητική υστέρηση, δίγλωσσο) μπορεί να έχουν τις ίδιες δυσκολίες στο λόγο αλλά εκεί δε μιλάμε για ΕΑΔ στο λόγο.

Οι Ειδικές Αναπτυξιακές Διαταραχές Λόγου χωρίζονται σε τρεις υπο- ομάδες:

Ειδική διαταραχή στην άρθρωση

Το παιδί χρησιμοποιεί καλά τη γλώσσα αλλά αντιμετωπίζει δυσκολίες στην άρθρωση – φωνολογία που δεν αντιστοιχούν στις αναμενόμενες για την ηλικία του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η ομιλία του να μην είναι τόσο σαφής και μερικές φορές να μην είναι καταληπτή.

Όταν υπάρχουν δυσκολίες στην άρθρωση, το παιδί παρουσιάζει δυσκολία στην παραγωγή κάποιων ήχων (φωνημάτων) της ομιλίας, λόγω νευρομυϊκής αδυναμίας των οργάνων της άρθρωσης (γλώσσα, χείλη, υπερώα, δόντια).

Μερικά παραδείγματα είναι:

  • Το παιδί δεν μπορεί να παράγει καθόλου το φώνημα «ρ»
    Π.χ. /νερό/ > /νεό/
  • Δυσκολία στην παραγωγή κάποιων ήχων.
    Π.χ. /σήμερα/ > /χήμερα/

Από την άλλη στη φωνολογική διαταραχή γίνονται λάθη στην παραγωγή κάποιων ήχων (φωνημάτων) της ομιλίας, λόγω δυσκολιών αναγνώρισης και διαφοροποίησης των ήχων αυτών, ενώ δε θα έπρεπε σύμφωνα με τη χρονολογική ηλικία του παιδιού.

Παράδειγμα:

Το παιδί αντικαθιστά το φώνημα «σ» με το φώνημα «θ» ενώ μπορεί αν του ζητηθεί να τα αρθρώσει σωστά το κάθε ένα χωριστά Π.χ. /σούπα/ > /θούπα/

 

Διαταραχή στην έκφραση της γλώσσας (του λόγου)

Το παιδί έχει δυσκολία στην προφορική έκφραση ενώ η κατανόηση του προφορικού λόγου είναι σε φυσιολογικά επίπεδα. Αν το παιδί είναι σε σχολική ηλικία οι δυσκολίες αυτές μπορεί να αφορούν και τη γραπτή έκφραση. Μερικές φορές μπορεί να υπάρχουν και αρθρωτικές δυσκολίες. Τα χαρακτηριστικά των παιδιών με αυτή τη διαταραχή ποικίλουν ανάλογα με τη σοβαρότητα της διαταραχής και την ηλικία του παιδιού.

Μερικές από τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζει ένα άτομο με διαταραχές έκφρασης λόγου είναι:

  • Δυσκολία χρήσης των κατάλληλων καταλήξεων (π.χ. εγώ γράφ-ει)
  • Δυσκολία χρήσης του κατάλληλου επιτονισμού, αργός ή γρήγορος ρυθμός ομιλίας
  • Συντακτικά λάθη (π.χ. εγώ γάλα πάω φέρω, το έφερα αφού)
  • Γραμματικά λάθη (π.χ. λάθος χρήση χρόνων)
  • Δυσκολίες στην ανάγνωση γραπτού κειμένου
  • Δυσκολίες στην ορθογραφία, όταν μιλάμε για παιδιά σχολικής ηλικίας
  • Δυσκολία εύρεσης κατάλληλων λέξεων (π.χ. αντί να πει «ποτήρι» > λέει «αυτό που πίνουμε»), και δυσκολία κατάκτησης νέων λέξεων
  • Δυσκολίες έναρξης ή διατήρησης συζήτησης
  • Δυσκολία στη σύνταξη ερωτήσεων
  • Ακατάλληλη χρήση της γλώσσας (π.χ. απουσία τύπων ευγενείας)

 

Αντιληπτική διαταραχή της γλώσσας (του λόγου)

Είναι η πιο σοβαρή διαταραχή γιατί το άτομο έχει δυσκολίες και στην κατανόηση και κατ’ επέκταση και στην προφορική έκφραση. Η ικανότητα του παιδιού να κατανοεί το λόγο είναι μικρότερη από αυτή που αντιστοιχεί στην ηλικία του και ως αποτέλεσμα παρουσιάζει περιορισμένο αυθόρμητο λόγο. Επίσης μπορεί να υπάρχουν δυσκολίες στην παραγωγή κάποιων φωνημάτων.

Μερικές από τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζει ένα άτομο με διαταραχές αντίληψης λόγου είναι:

  • Δυσκολία εκτέλεσης εντολών (π.χ. Φέρε το παπούτσι).
  • Δυσκολίες μνήμης
  • Δυσκολίες στην επεξεργασία αισθητηριακών ερεθισμάτων (κυρίως ακουστικών). Το παιδί μπορεί να δίνει την εντύπωση ότι δεν ακούει, δεν προσέχει ή μπερδεύεται.
  • Δυσκολίες στην εκμάθηση νέου λεξιλογίου (βασικό λεξιλόγιο, χωροχρονικές έννοιες)
  • Δυσκολίες κατανόησης του προφορικού λόγου (π.χ. αφηρημένες έννοιες)
  • Δυσκολίες στη μάθηση
  • Δυσκολίες στην κατανόηση γραπτού κειμένου (π.χ. ιδιωματισμοί, παροιμίες, έμμεσο μήνυμα μιας πρότασης)

 

Ο ρόλος του λογοθεραπευτή και η διαδικασία αποκατάστασης

  • Ακολουθεί μία σειρά δοκιμασιών (τεστ) για τη διαγνωστική αξιολόγηση (διαφοροδιάγνωση, προσδιορισμός της διάγνωσης)
  • Παραπέμπει σε ειδικούς άλλων ειδικοτήτων, όπως γιατροί, ψυχολόγοι, εργοθεραπευτές, φυσιοθεραπευτές ή/και ειδικοί παιδαγωγοί
  • Είναι αναγκαίο να συνεργαστεί με ολόκληρη διεπιστημονική ομάδα για συγκέντρωση πληροφοριών από άλλες τις περιοχές της ανάπτυξης και τι αντίκτυπο έχει το πρόβλημα στο περιβάλλον του παιδιού
  • Ενημερώνει την οικογένεια (έναρξη προγράμματος λογοθεραπείας, επαναξιολόγηση)
  • Οργανώνει συνεδρίες λογοθεραπείας με εξατομικευμένα προγράμματα
  • Συνεργάζεται με γονείς/ φροντιστές για ολοκλήρωση προγράμματος θεραπείας και μεταφορά των δεξιοτήτων εκτός του θεραπευτικού πλαισίου
  • Επαναξιολογεί και παρακολουθεί τη διαταραχή
  • Προσπαθεί να αποτρέψει την επιδείνωση των δυσλειτουργιών

Ο ρόλος των γονιών είναι πολύ σημαντικός για την έκβαση της θεραπείας και αυτό τόσο για την ηθική στήριξη που παρέχουν στο παιδί, όσο και για τη συνέχιση της θεραπευτικής παρέμβασης στο περιβάλλον του παιδιού (ένδο και έξω οικογενειακό). Ο απώτερος στόχος της λογοθεραπείας είναι η γενίκευση των κεκτημένων γνώσεων, η μεταφορά τους στην καθημερινή ζωή και η διατήρησή τους στο χρόνο. Μια θεραπεία, την οποία οι γονείς εγκρίνουν, στηρίζουν, κατανοούν και στην οποία συμμετέχουν ενεργά, είναι μια θεραπεία, η οποία έχει επιτύχει σε μεγάλο βαθμό.