Διαταραχή ελλειμματικής προσοχής – υπερκινητικότητας

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ) είναι ένα σύνδρομο που αναφέρεται σε άτομα, που αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες με την προσήλωση της προσοχής τους σε μία δραστηριότητα ενώ ενδέχεται, παράλληλα, να εμφανίζουν σωματική υπερδραστηριότητα. Ειδικότερα τα άτομα με ΔΕΠ-Υ χαρακτηρίζονται από απροσεξία, αδεξιότητα, δυσκολίες στην αφοσίωση στις σχολικές υποχρεώσεις ή τη συμμόρφωση σε υποδείξεις. Η διαταραχή μεταφράζεται ως ανικανότητα ρύθμισης της συμπεριφοράς. Συχνά, σχετίζεται με αρνητικές επιδόσεις στο σχολείο, καθυστέρηση (ελλείμματα) στη μάθηση και στην επικοινωνία.

Παλαιότερα το σύνδρομο αναφέρονταν ως «Υπερκινητική Διαταραχή» ενώ σήμερα αναφέρεται επίσης με τον παραπλήσιο όρο «Διάσπαση Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητα». Το όνομα με το οποίο παρουσιάζεται στη διεθνή βιβλιογραφία είναι ADHD και προέρχεται από τα αρχικά των λέξεων Attention-Deficit Hyperactivity Disorder (μεταφράζεται «Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας).

Τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ  παρουσιάζουν τα παρακάτω χαρακτηριστικά σημεία:

  • Ανησυχία και υπερκινητικότητα. Δεν μένουν για πολύ στο ίδιο μέρος ή κάνουν την ίδια δραστηριότητα. Στριφογυρίζουν νευρικά, μιλούν ασταμάτητα και διακόπτουν τους άλλους όταν μιλούν.
  • Διασπάται εύκολα η προσοχή τους και δεν ολοκληρώνουν καμιά εργασία.
  • Το εύρος προσοχής τους είναι περιορισμένο και δεν μπορούν να συγκεντρωθούν σε εργασίες που απαιτούν περίσκεψη.
  • Εμφανίζουν παρορμητικότητα, ξαφνικά κάνουν πράγματα χωρίς να τα σκεφτούν.
  • Αδυνατούν να περιμένουν τη σειρά τους στην τάξη, σε παιχνίδια, στη συζήτηση ή σε άλλη κοινωνική κατάσταση.

Τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ  συνήθως έχουν φυσιολογική διανοητική ικανότητα. Μερικά παιδιά όμως με μαθησιακές δυσκολίες μπορεί επίσης να έχουν ADHD. Μπορεί ακόμη να έχουν και άλλες δυσκολίες, οι οποίες δεν είναι τυπικές (διαγνωστικές) της κατάστασης, αλλά μάλλον δευτερογενείς λόγω της επίδρασης των προαναφερθέντων προβλημάτων:

  • Τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ μπορεί να έχουν καθυστερημένη ανάπτυξη λόγου.
  • Έχουν δυσκολίες στην ανάγνωση.
  • Μένουν πίσω στις σχολικές εργασίες. Αυτό μπορεί επίσης να συνδεθεί με την αδυναμία τους να συγκεντρωθούν και να μάθουν νέες πληροφορίες, ιδιαίτερα σε μεγαλύτερες τάξεις.
  • Είναι κοινωνικά ανώριμα και δυσκολεύονται να αναπτύσσουν και να διατηρούν φιλίες.
  • Έχουν χαμηλή εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, αισθάνονται ότι είναι ανόητοι, συνήθως γιατί δεν μαθαίνουν τόσο γρήγορα όσο τα άλλα παιδιά.
  • Έχουν συνυπάρχοντα εναντιωματικά προβλήματα, όπως επιθετικότητα, δεν ανταποκρίνονται στην πειθαρχία και έχουν ξεσπάσματα θυμού. Έχουν ανήσυχο ύπνο, αργούν να κοιμηθούν και ξυπνούν πολύ νωρίς το πρωί. Αυτό είναι εξαντλητικό για την υπόλοιπη οικογένεια.

Όλα αυτά τα σημεία θα πρέπει να συγκεντρωθούν μέσα σε μεγάλη χρονική περίοδο και μέσω διαφορετικών καταστάσεων στο σπίτι και στο σχολείο. Η χρονολογική ηλικία του παιδιού θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν για την ερμηνεία της συμπεριφοράς του.

Βρεφική ηλικία

Τα υπερκινητικά παιδιά είναι υπερβολικά ανήσυχα μωρά (σε ποσοστό 60% των παιδιών με ΔΕΠ-Υ στη μέση ηλικία). Αναφέρονται κολικοί, προβλήματα φαγητού και ύπνου. Παρουσιάζουν πιο γρήγορη κινητική εξέλιξη αλλά καθυστέρηση στον έλεγχο σφιγκτήρων και στην πρόσκτηση της γλώσσας.

Προσχολική ηλικία

Παρατηρείται εξαιρετικά αυξημένη δραστηριότητα. Τα νήπια με ΔΕΠ-Υ παρουσιάζουν αδυναμία επικέντρωσης της προσοχής σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα περισσότερο από τρία λεπτά. Επίσης παρατηρούνται πολλά ατυχήματα εξαιτίας παρορμητικότητας σε συνδυασμό με την έλλειψη φόβου. Συχνά επίσης αναφέρονται εκρήξεις οργής, διαταραχές στον ύπνο, αδιαφορία για τα αισθήματα των άλλων και χαμηλή ανεκτικότητα στη ματαίωση. Η μειωμένη αποδοχή από τον κοινωνικό περίγυρο είναι το αποτέλεσμα της διαταρακτικής συμπεριφοράς των νηπίων με ΔΕΠ-Υ.

Μέση παιδική ηλικία

Σε αυτήν την ηλικία, χαρακτηριστικές είναι οι έντονες διενέξεις σε οικογενειακό και σχολικό πλαίσιο. Εμφανίζεται έντονη υπερκινητικότητα. Η αδυναμία για επιλεκτική και συντηρούμενη προσοχή εμποδίζει την παρακολούθηση των μαθημάτων και δημιουργούνται μαθησιακές δυσκολίες. Δεν ολοκληρώνει τις σχολικές εργασίες. Παρουσιάζει αδυναμίες οργάνωσης. Χαρακτηρίζεται από ξαφνικές και γρήγορες εναλλαγές της ψυχικής του διάθεσης. Εμφανίζει την τάση για επανάσταση σε οποιαδήποτε μορφή πειθαρχίας. Διακατέχεται από αισθήματα ενοχής και απαξίωσης. Εμφανίζει επιθετικότητα σε μικρότερα σε ηλικία παιδιά. Βιώνει κοινωνική απομόνωση.

Εφηβεία

Τα συμπτώματα της υπερκινητικότητας μειώνονται. Σε ποσοστό 60% των παιδιών με διάγνωση ΔΕΠ-Υ αναπτύσσεται Εναντιωματική Προκλητική Διαταραχή ή Διαταραχή Διαγωγής. Οι έφηβοι με ΔΕΠ-Υ εμφανίζουν κατάχρηση ουσιών, σχολική αποτυχία και νεανική παραβατικότητα. Παρουσιάζουν χαμηλή κοινωνική και συναισθηματική προσαρμογή, χαμηλό επίπεδο ανοχής στη ματαίωση, αυξημένη ανησυχία, νευρικότητα και ανώριμη συμπεριφορά.

Ενήλικη ζωή

Το 1/3 των ατόμων με ΔΕΠ-Υ διατηρούν αυτή τη διάγνωση κατά την ενηλικίωση. Το 33% έχει εγκαταλείψει το σχολείο και το 25% έχει αναπτύξει χρόνιες μορφές αντικοινωνικής συμπεριφοράς στις οποίες περιλαμβάνονται οι δυσκολίες ανάπτυξης θετικών προσωπικών σχέσεων, η ασταθής επαγγελματική απασχόληση, η κατάχρηση ουσιών και η ανάμειξη σε εγκληματικές οργανώσεις.

Σύμφωνα με το DSM V, η κωδικοποίηση των συμπτωμάτων γίνεται με βάση τους εξής τρεις τρόπους:

Α. ΔΕΠ-Υ με προεξάρχοντα τον Απρόσεχτο Τύπο

Β. ΔΕΠ-Υ με προεξάρχοντα τον Υπερκινητικό – Παρορμητικό Τύπο

Γ. ΔΕΠ-Υ Συνδυασμένος Τύπος

Διαγνωστικά Κριτήρια  ΔΕΠ-Υ με προεξάρχοντα τον Απρόσεχτο Τύπο

Έξι (ή περισσότερα) από τα ακόλουθα συμπτώματα ελλειμματικής προσοχής επιμένουν για τουλάχιστον 6 μήνες, σε βαθμό δυσπροσαρμοστικό και μη αντίστοιχο με το αναπτυξιακό επίπεδο.

  1. Συχνά αποτυγχάνει να συγκεντρώσει την προσοχή σε λεπτομέρειες ή κάνει λάθη απροσεξίας στις σχολικές εργασίες.
  2. Συχνά δυσκολεύεται να διατηρήσει την προσοχή σε έργα ή δραστηριότητες παιχνιδιού.
  3. Συχνά φαίνεται να μην ακούει όταν του απευθύνεται ο λόγος.
  4. Συχνά δεν ακολουθεί μέχρι τέλους οδηγίες και αποτυγχάνει να διεκπεραιώσει σχολικές εργασίες ή άλλα καθήκοντα που του ανατίθενται στην τάξη ή στο σπίτι.
  5. Συχνά δυσκολεύεται να οργανώσει δουλειές και δραστηριότητες.
  6. Συχνά αποφεύγει, αποστρέφεται ή δείχνει απροθυμία να εμπλακεί σε έργα που απαιτούν σταθερή και διαρκή πνευματική προσπάθεια.
  7. Συχνά χάνει αντικείμενα απαραίτητα για εργασίες ή δραστηριότητες.
  8. Συχνά η προσοχή του διασπάται εύκολα από εξωτερικά ερεθίσματα.
  9. Συχνά ξεχνά καθημερινές δραστηριότητες.

Διαγνωστικά Κριτήρια  ΔΕΠ-Υ με προεξάρχοντα τον Υπερκινητικό – Παρορμητικό Τύπο

Έξι (ή περισσότερα) από τα ακόλουθα συμπτώματα υπερκινητικότητας – παρορμητικότητας επιμένουν για τουλάχιστον 6 μήνες, σε βαθμό δυσπροσαρμοστικό και μη αντίστοιχο με το αναπτυξιακό επίπεδο.

Υπερκινητικότητα

  1. Συχνά κινεί νευρικά τα χέρια και τα πόδια ή στριφογυρίζει στη θέση του.
  2. Συχνά σηκώνεται από τη θέση του στην τάξη ή σε άλλες περιστάσεις στις οποίες αναμένεται να παραμείνει στο ίδιο σημείο.
  3. Συχνά τρέχει εδώ και εκεί, σκαρφαλώνει και στριφογυρίζει με τρόπο που δεν ταιριάζει στις περιστάσεις και σε χώρους που δεν προσφέρονται για ανάλογες δραστηριότητες.
  4. Συχνά δυσκολεύεται να παίζει ή να συμμετέχει ήσυχα σε δραστηριότητες κατά τον ελεύθερο χρόνο του.
  5. Συχνά βρίσκεται σε διαρκή κίνηση και ενεργεί σαν κινούμενη μηχανή.
  6. Συχνά μιλά πολύ και ακατάπαυστα.

Παρορμητικότητα

  1. Συχνά απαντά απερίσκεπτα προτού ολοκληρωθεί η ερώτηση.
  2. Συχνά δυσκολεύεται να περιμένει τη σειρά του/της.
  3. Συχνά διακόπτει ή ενοχλεί με την παρουσία του/της τους άλλους.

Διαγνωστικά Κριτήρια  Συνδυασμένος Τύπος

Όταν πληρούνται και τα κριτήρια που αναφέρονται στους παραπάνω τύπους για τους τελευταίους 6 μήνες.

Ένα παιδί που αντιμετωπίζει Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής μπορεί να αντιμετωπίζει μαθησιακές δυσκολίες που έχουν επίπτωση στο λόγο, την επικοινωνία και τις δεξιότητες μηχανισμού ανάγνωσης και γραφής.

Συμπτώματα λόγου και γλώσσας

Οι λογοθεραπευτές σχεδιάζουν πρόγραμμα παρέμβασης για τα παιδιά που αντιμετωπίζουν Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής.

Κατανόηση γλώσσας

Τα παιδιά που αντιμετωπίζουν Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής δυσκολεύονται στην πρόσληψη της γλώσσας και να κατανοήσουν τι τους έχει ειπωθεί.

Ίσως:

  • Έχουν φτωχή ακουστική δεξιότητα
  • Δυσκολεύονται στην κατανόηση των λέξεων και των προτάσεων
  • Δυσκολεύονται να ακολουθήσουν προφορικές οδηγίες
  • Δυσκολεύονται να κατανοήσουν πληροφορίες που τους δίνονται (ο χρόνος ανταπόκρισης στις πληροφορίες είναι μεγαλύτερος σε σχέση με τους συμμαθητές τους)
  • Δυσκολεύονται να κατανοήσουν το γραπτό κείμενο

Έκφραση

Το παιδί που αντιμετωπίζει Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής αντιμετωπίζει προβλήματα στο τι θέλει να πει, βιάζεται να μιλήσει ή μιλάει με ασαφείς προτάσεις.

Στο νήπιο που αντιμετωπίζει Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής μπορεί να παρατηρηθεί καθυστέρηση στις βασικές γλωσσικές δεξιότητες όπως η κατάλληλη ανάπτυξη λεξιλογίου ανάλογη με την ηλικία του, η γραμματική και η σωστή σειρά των λέξεων στις προτάσεις.

Στο σχολείο το παιδί ίσως:

  • Δυσκολεύεται να σκεφτεί και να πει την επιθυμητή λέξη (ταχύτητα σκέψης – έκφρασης)
  • Δυσκολεύεται να απαντήσει στις ερωτήσεις χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες λέξεις
  • Δυσκολεύεται να εκφράσει αυτό που θέλει
  • Δυσκολεύεται να σχεδιάσει και να οργανώσει τις σκέψεις του σε σωστές προτάσεις

Κοινωνικές δεξιότητες (πραγματολογικές δεξιότητες)

Οι κοινωνικές δεξιότητες είναι απαραίτητες για να ανταποκριθεί το παιδί σε συζήτηση με άλλους ανθρώπους. Καθώς τα παιδιά που αντιμετωπίζουν Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής δυσκολεύονται στην κατανόηση και εφαρμογή των κανόνων της συζήτησης,ίσως:

  • Δυσκολεύονται να διατηρήσουν κατάλληλη βλεμματική επαφή
  • Δεν προσέχουν τα λεγόμενα του συνομιλητή τους
  • Δυσκολεύονται να περιμένουν τη σειρά τους στη ροή της συζήτησης
  • Φλυαρούν
  • Κάνουν ακατάλληλες ερωτήσεις
  • Δυσκολεύονται να διατηρήσουν το θέμα της συζήτησης
  • Διακόπτουν τη συζήτηση σε άκαιρη στιγμή

Πως μπορεί να βοηθήσει η Λογοθεραπεία

Τα παιδιά που αντιμετωπίζουν Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής ίσως βιώνουν γλωσσικές και επικοινωνιακές δυσκολίες. Ο λογοθεραπευτής θα αξιολογήσει λεπτομερώς τις δυνατότητες και αδυναμίες του παιδιού στη γλώσσα, την ομιλία και τις επικοινωνιακές δεξιότητες. Αν το παιδί αντιμετωπίζει όντως δυσκολίες ο λογοθεραπευτής θα σχεδιάσει ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα κατάλληλο για τις ανάγκες του παιδιού.

Οι συνεδρίες Λογοθεραπείας στην Πυξίδα Γνώσης θα βοηθήσουν το παιδί:

  • να κατανοήσει την έννοια των λέξεων και τη δομή των προτάσεων,
  • πώς να χρησιμοποιεί τη γλώσσα στις καθημερινές δραστηριότητες,
  • να αναπτύξει κατάλληλες κοινωνικές δεξιότητες, όπως να μη διακόπτει τη συζήτηση, να μένει συγκεντρωμένο στο θέμα της συζήτησης και να περιμένει τη σειρά του,
  • να εφαρμόσει στρατηγικές συμπεριφοράς που θα αναπτύξουν την αυτογνωσία και θα ελέγχουν την παρόρμηση έτσι ώστε να σκέφτεται πριν μιλήσει ή πράξει,
  • να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του σώματος που είναι επίσης σημαντική για την επιτυχημένη επικοινωνία, όπως κατάλληλη βλεμματική επαφή, χειρονομίες, εκφράσεις προσώπου
  • εκπαιδεύοντας τους γονείς να εστιάζουν στη δημιουργία των κοινωνικών δεξιοτήτων στο σπίτι δουλεύοντας με ευχάριστο τρόπο μέσω παιχνιδιών-ρόλων
  • επικοινωνώντας με το δάσκαλο του παιδιού προκειμένου να υποστηριχθούν οι γλωσσικές κι οι κοινωνικές δεξιότητες  στο σχολείο.

Ο εργοθεραπευτής μπορεί να βοηθήσει το παιδί που αντιμετωπίζει Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής στους εξής τομείς:

  • Οργάνωση
  • Φυσικός συντονισμός
  • Δεξιότητες καθημερινής ζωής, όπως να κάνουν μπάνιο, να φτιάχνουν την τσάντα τους ή να στρώνουν το κρεβάτι τους γρήγορα και αποτελεσματικά
  • Έλεγχος των επιπέδων «ενέργειας», υπερκινητικότητας

 

Η εργοθεραπευτική συνεδρία

Η πρώτη συνάντηση με τον εργοθεραπευτή είναι η αξιολόγηση των δυνατοτήτων και αδυναμιών του παιδιού, έτσι ώστε να σχεδιάσει το κατάλληλο, εξατομικευμένο πρόγραμμα παρέμβασης. Ο εργοθεραπευτής χρειάζεται πληροφορίες από το ίδιο το παιδί και τους γονείς του.

Κατά τη διάρκεια την αξιολόγησης, ο θεραπευτής θα εκτιμήσει πως η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής επηρεάζει τη ζωή του παιδιού:

  • Στο σχολείο
  • Στην κοινωνική ζωή
  • Στο σπίτι

Κατά τη διάρκεια της εργοθεραπευτικής συνεδρίας, ο θεραπευτής και το παιδί μπορούν:

  • Να παίξουν παιχνίδια, όπως να πιάσουν και να χτυπήσουν μια μπάλα για να αναπτύξουν τον συντονισμό.
  • Να κάνουν δραστηριότητες σχετικές με τον έλεγχο του θυμού και της επιθετικότητας
  • Να μάθουν νέους τρόπους να κάνουν καθημερινές δραστηριότητες, όπως να βουρτσίζουν τα δόντια τους, να ντύνονται ή να σιτίζονται.
  • Να μάθουν τεχνικές βελτίωσης της προσοχής
  • Να εξασκηθούν στη γραφή
  • Να εξασκηθούν στην οργάνωση του χρόνου
  • Να βρουν τρόπους να μένει συγκεντρωμένος στο σχολείο και το σπίτι.

Τα συμπτώματα των μαθητών με ΔΕΠΥ μπορεί να αποτελούν παράγοντα κινδύνου για την εκδήλωση μαθησιακών δυσκολιών, καθώς τα συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ δυσχεραίνουν την ανάπτυξη εκείνων των μορφών συμπεριφοράς που απαιτούνται για την αποτελεσματική απόκτηση γνώσεων στο σχολικό πλαίσιο. Τα παιδιά με ΔΕΠΥ διαθέτουν μεν τις απαραίτητες δεξιότητες ώστε να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της μάθησης, αλλά δεν τις χρησιμοποιούν συστηματικά, ιδιαίτερα στις τυπικές συνθήκες που επικρατούν στη σχολική τάξη.

Τα παιδιά με ΔΕΠΥ έχουν σημαντικές δυσκολίες στην οργάνωση των δραστηριοτήτων τους και στη χρήση πολύπλοκων στρατηγικών επίλυσης προβλημάτων. Μάλιστα τείνουν να επιλέγουν εκείνες τις στρατηγικές για την επίλυση μιας άσκησης που είναι πιο εύκολες στην εκτέλεση τους και όχι εκείνες που είναι πιο αποτελεσματικές.

Ένας παράγοντας που δυσκολεύει τα παιδιά με ΔΕΠΥ στην οργάνωση του τρόπου εργασίας τους είναι η ελλιπής ανάπτυξη του εσωτερικευμένου λόγου, ο οποίος είναι απαραίτητος για την αυτοκαθοδήγησή τους και εξαρτάται από τις ανάλογες γλωσσικές δεξιότητες, οι οποίες είναι συχνά ελλειμματικές. Ένας άλλος τομέας του λόγου που εμπλέκεται με τη διαδικασία της μάθησης είναι η ικανότητα κατανόησης ενός κειμένου και αναπαραγωγής του με ακρίβεια και συνοχή. Τα παιδιά με ΔΕΠΥ παρουσιάζουν ελλείμματα στο φωνολογικό τομέα και τα οποία επηρεάζουν την αναγνωστική ικανότητα, την δεξιότητα κατανόησης και αναπαραγωγής κειμένου.

Εκτός από τα ελλείμματα στον γνωστικό τομέα, σημαντική συμβολή στις δυσκολίες των παιδιών με ΔΕΠΥ έχουν και ορισμένα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους που αφορούν στην ύπαρξη κινήτρων, τη θέση στόχων και την επιμονή στην προσπάθεια για την επίτευξη των στόχων αυτών. Οι στόχοι καθοδηγούν τη συμπεριφορά και αυξάνουν το κίνητρο. Τα παιδιά με ΔΕΠΥ δυσκολεύονται να θέσουν στόχους ή ακόμη τους αποφεύγουν σε μια προσπάθεια να καλύψουν τις αδυναμίες τους κατά την εκτέλεση μιας εργασίας.

Στενά συνδεδεμένα με την έλλειψη ή αποφυγή των στόχων στην περίπτωση των παιδιών με ΔΕΠΥ είναι το μειωμένο κίνητρο και η μειωμένη προσπάθεια που καταβάλλουν για την ολοκλήρωση μιας εργασίας. Έχει διαπιστωθεί ότι τα παιδιά με ΔΕΠΥ χαρακτηρίζονται από έλλειψη επιμονής και από τάση εύκολης παραίτησης όταν συναντούν δυσκολίες σε μια εργασία. Αυτό μπορεί να οφείλεται και στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν με τη ρύθμιση των συναισθημάτων τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η δυσκολία στη ρύθμιση των συναισθημάτων τους  μεταφράζεται σε χαμηλή ανοχή στην ματαίωση και σε δυσκολία υπερπήδησης των αρνητικών συναισθημάτων ενόψει μιας αποτυχίας και της μετατροπής τους σε επιμονή και δημιουργικό πείσμα για την επίτευξη του στόχου. Αυτός ο τρόπος όμως στη μαθησιακή διαδικασία αναμφίβολα συμβάλλει σε μειωμένη επιτυχία της διαδικασίας αυτής.

Πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι,  κατά τη διάρκεια της μάθησης, τα παιδιά με ΔΕΠΥ δεν αναδιοργανώνουν τις γνώσεις τους με βάση τα νέα δεδομένα. Αν, για παράδειγμα, τους ζητηθεί να αντιγράψουν ένα σύνθετο σχήμα, η απόδοσή τους μπορεί να μην είναι καλή, αφενός επειδή δεν οργανώνουν σωστά τη διαδικασία αντιγραφής και αφετέρου διότι οι πληροφορίες είναι αποσπασματικές και ασύνδετες στη  μνήμη τους και δεν έχουν ενσωματωθεί σε ένα ενιαίο σύνολο. Αυτό εξηγεί γιατί πολλές φορές το παιδί δείχνει να ξέρει καλά το μάθημα της επόμενης μέρας στο οποίο καλείται να γράψει το τεστ, αλλά τελικά να μην αποδίδει ανάλογα με την προετοιμασία του. Σε αυτό βέβαια συμβάλλει και το γεγονός ότι τα παιδιά με ΔΕΠΥ δυσκολεύονται να αποδώσουν μέσα σε καθορισμένες χρονικά συνθήκες.

Οι συνεδρίες ειδικής διαπαιδαγώγησης στην Πυξίδα Γνώσης:

Δεδομένου ότι τα παιδιά με ΔΕΠΥ έχουν συνήθως δυσκολία να επιμείνουν στην εκτέλεση έργων που απαιτούν κόπο και προσπάθεια ή είναι βαρετά, η λύση είναι η συνεδρία να γίνει πιο ενδιαφέρουσα ή ενισχυτική για τα παιδιά. Ακόμη και τα παιδιά με ΔΕΠΥ μπορούν να μείνουν συγκεντρωμένα σε μια εργασία για σημαντικό χρονικό διάστημα όταν το επίπεδο ενδιαφέροντος είναι υψηλό. Αυτό επιτυγχάνεται με:

  • Την επιλογή θέματος ή δραστηριοτήτων που είναι κοντά στα ενδιαφέροντα των παιδιών
  • Την εναλλαγή του τρόπου παρουσίασης του υλικού της διδασκαλίας και τη χρήση οπτικοακουστικών μέσων
  • Την ενθάρρυνση των παιδιών με συχνές ερωτήσεις αλλά και δραστηριότητες που μπορεί να πραγματοποιηθούν στα πλαίσια της συνεδρίας
  • Τη συχνή εναλλαγή δραστηριοτήτων από ενεργητικές σε παθητικές
  • Την παροχή κάποιας δυνατότητας επιλογής δραστηριοτήτων, ώστε να αναπτυχθεί η ανεξαρτησία των παιδιών και να παραμείνει υψηλό το ενδιαφέρον
  • Την καθιέρωση μικρών διαλειμμάτων που να περιλαμβάνουν φυσικές ή χαλαρωτικές δραστηριότητες, έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθεί η κούραση και η μονοτονία.
  • Την χρήση υπολογιστών.

Η διαταραχή αυτή συνδέεται στενά με ένα φάσμα προβλημάτων συμπεριφοράς, το οποίο στο ένα άκρο του περιλαμβάνει την εναντίωση και στο άλλο την αντικοινωνικότητα και την παραβατικότητα, με ενδιάμεσες μορφές συμπεριφοράς την αντιδραστικότητα και την επιθετικότητα. Προβλήματα συμπεριφοράς στη βάση της ΔΕΠΥ μπορεί να εκδηλώσουν άτομα όλων των ηλικιών, από την προσχολική ηλικία έως και την ενηλικίωση. Πολλές φορές μάλιστα, τα προβλήματα συμπεριφοράς μπορεί να συντελούν περισσότερο στη μείωση της λειτουργικότητας και στη δυσμενή έκβαση των δυσκολιών του ατόμου, απ’ ότι τα ίδια τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ.

Τα παιδιά με ΔΕΠΥ παρουσιάζουν δυσκολίες στις κοινωνικές τους αλληλεπιδράσεις με άλλα παιδιά. Οι δυσκολίες αυτές διαφέρουν από παιδί σε παιδί και φαίνεται πως δεν σχετίζονται τόσο με ανεπαρκείς γνώσεις κοινωνικών δεξιοτήτων όσο με δυσκολίες αξιοποίησης αυτών των γνώσεων στην πράξη. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές σε παιδιά με ΔΕΠΥ που παρουσιάζουν συγχρόνως προβλήματα συναισθηματικής αυτορρύθμισης και επιθετικότητας.

Πιθανές δυσκολίες που μπορεί να επηρεάζουν τις κοινωνικές δεξιότητες των παιδιών με ΔΕΠΥ είναι:

  • Δυσκολίες σε επίπεδο συναισθηματικής αυτορρύθμισης
  • Γνωστικές διαστρεβλώσεις ή παρερμηνείες των προθέσεων και συμπεριφορών των άλλων
  • Έλλειψη γνώσεων για το πώς να προσεγγίσουν και να διατηρήσουν την επαφή με συνομηλίκους
  • Αυξημένα επίπεδα επιθετικότητας/αδυναμία ελέγχου.

Οι συνεδρίες ψυχολογικής Υποστήριξης στην Πυξίδα Γνώσης:

Είναι προφανές πως η εκπαίδευση κοινωνικών δεξιοτήτων προσαρμόζεται στις ατομικές ανάγκες κάθε παιδιού, βάσει των συγκεκριμένων δυσκολιών που αντιμετωπίζει και είναι μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος παρέμβασης. Η επιλογή της κατάλληλης μορφής παρέμβασης γίνεται βάσει των δυσκολιών του συγκεκριμένου παιδιού, αλλά και των δυνατοτήτων που παρέχει το σχολικό και οικογενειακό περιβάλλον.

Οικογένεια & ΔΕΠΥ

Στα πλαίσια της οικογένεια ενός παιδιού με ΔΕΠΥ εκδηλώνονται πολύ συχνά δυσκολίες στις σχέσεις μεταξύ των μελών της. Οι δυσκολίες αυτές αποτελούν αφενός αποτέλεσμα της επίδρασης της ΔΕΠΥ και αφετέρου αιτία των συνοδών δυσκολιών της διαταραχής.

Σε παιδιά που έχουν ήδη λάβει τη διάγνωση της ΔΕΠΥ, οι κακές ενδοοικογενειακές σχέσεις σε συνδυασμό με τη χρήση αναποτελεσματικών μεθόδων διαπαιδαγώγησης, μπορεί να οδηγήσουν στην ανάπτυξη εναντιωματικής συμπεριφοράς και προβλημάτων διαγωγής. Τα παιδιά με ΔΕΠΥ εκδηλώνουν συχνά απαιτητική, αντιδραστική και προκλητική συμπεριφορά και ενδέχεται να επιζητούν την προσοχή με ακατάλληλο τρόπο.

Οι γονείς των παιδιών με ΔΕΠΥ συχνά αισθάνονται ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες των παιδιών τους, γεγονός που τους επιβαρύνει περισσότερο. Πρόσφατες έρευνες αναφέρουν πως η παρουσία του παιδιού με ΔΕΠΥ μπορεί να προκαλεί δυσλειτουργία στην οικογένεια και να συντελεί στην εμφάνιση αυξημένων επιπέδων άγχους, υψηλότερων ποσοστών ψυχοπαθολογίας των γονέων καθώς επίσης και συχνών συγκρούσεων στις σχέσεις γονέων και παιδιών.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, οι γονείς των παιδιών με ΔΕΠΥ έχουν ανάγκη υποστήριξης και η αναγκαιότητα εφαρμογής εξειδικευμένων προγραμμάτων εκπαίδευσης γονέων καθίσταται επιτακτική. Οι παρεμβάσεις για τη ΔΕΠΥ στο οικογενειακό πλαίσιο περιλαμβάνουν την ψυχοεκπαίδευση και την εφαρμογή των κατάλληλων τεχνικών εκ μέρους των γονέων, υπό την καθοδήγηση του θεραπευτή.

Ψυχοεκπαίδευση Γονέων στην Πυξίδα Γνώσης

Η ψυχοεκπαίδευση αναφέρεται στην ενημέρωση των γονέων για τη φύση της διαταραχής και την εκπαίδευση τους στις βασικές αρχές των συμπεριφορικών τεχνικών. Επίσης, περιλαμβάνει και την εκπαίδευση στην προσωπική διατύπωση περίπτωσης, η οποία αποτελεί μια προσπάθεια σύνδεσης των διαφόρων προβλημάτων που αντιμετωπίζει το παιδί και η οικογένεια του και κατανόησης των πιθανών αιτιολογικών σχέσεων μεταξύ τους.

Εκπαίδευση στις Συμπεριφορικές τεχνικές: Με την εκπαίδευση αυτή γίνεται προσπάθεια να κατανοήσουν οι γονείς τη φύση και τους κανόνες που διέπουν τη συμπεριφορά του παιδιού τους και να αναγνωρίσουν τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι μπορούν να συντελέσουν τόσο στην επιδείνωση όσο και στη βελτίωσή της. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, επιδιώκεται να αυξηθεί η αίσθηση επάρκειας των γονέων στο γονεϊκό τους ρόλο, η εμπιστοσύνη στην ικανότητά τους για διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους καθώς επίσης και η βελτίωση των σχέσεων τους με τα παιδιά, μέσα από την αποτελεσματική επικοινωνία και τη θετική προσοχή.

Εκπαίδευση στη διατύπωση περίπτωσης:  Η διατύπωση περίπτωσης αποτελεί θεμελιώδες στάδιο στην εφαρμογή της θεραπευτικής προσέγγισης. Για τη διατύπωση της περίπτωσης είναι απαραίτητη η συλλογή πληροφοριών σχετικά με το αναπτυξιακό ιστορικό, το πολιτιστικό πλαίσιο, τα προγενόμενα της δυσλειτουργικής συμπεριφοράς και τα παρόντα προβλήματα. Η συλλογή των πληροφοριών αυτών επιτρέπει στον θεραπευτή να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο το άτομο βλέπει τον εαυτό του και  τον κόσμο και στη συνέχεια να επιλέξει τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιήσει τις επιμέρους τεχνικές στην παρέμβασή του.

Οι γονείς των παιδιών με ΔΕΠΥ μπορούν να εκπαιδευτούν στη διατύπωση περίπτωσης που αφορά στο παιδί τους προκειμένου να κατανοήσουν και να συνδέσουν μεταξύ τους στοιχεία που αφορούν στα συμπτώματα της διαταραχής, στους τρόπους με τους οποίους αυτά μπορούν να επιδεινωθούν ή να μειωθούν καθώς και στο δικό τους ρόλο στην εξελικτική πορεία της διαταραχής.