Μαθησιακές δυσκολίες

Ο όρος Μαθησιακές Διαταραχές (ή Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες) αναφέρεται σε μία ομάδα εγγενών διαταραχών που δυσχεραίνουν τη διαδικασία της μάθησης και μπορεί να αφορούν έναν ή και περισσότερους τομείς μαθησιακής λειτουργικότητας. Ανάλογα με τον μαθησιακό τομέα στον οποίο παρατηρείται η έκπτωση της λειτουργικότητας, οι μαθησιακές διαταραχές μπορεί να αφορούν στην ανάγνωση, στα μαθηματικά και στη γραπτή έκφραση.

Οι μαθησιακές δυσκολίες διακρίνονται σε ειδικές και σε γενικές μαθησιακές δυσκολίες. Στις ειδικές μαθησιακές δυσκολίες το παιδί αντιμετωπίζει δυσκολίες σε μια συγκεκριμένη δεξιότητα η οποία σχετίζεται με την επεξεργασία του γραπτού λόγου και έχει συνήθως οργανική βάση. Στις γενικές μαθησιακές δυσκολίες το παιδί εμφανίζει πιο βραδύ ρυθμό από τον αναμενόμενο φυσιολογικό στην πρόσκτηση και χρήση διαφόρων δεξιοτήτων οι οποίες συνδέονται με την αποκωδικοποίηση και κατανόηση του γραπτού λόγου και οι οποίες σχετίζονται με ενδογενείς (π.χ. χαμηλό νοητικό επίπεδο) ή/ και εξωγενείς παράγοντες (πολιτισμικές διαφορές, ανεπαρκής ή ακατάλληλη διδασκαλία).

Στις ειδικές μαθησιακές δυσκολίες συγκαταλέγονται η δυσλεξία, η δυσγραφία, η δυσορθογραφία και η δυσαριθμησία. Αντίθετα με τους μαθητές που παρουσιάζουν χαμηλές επιδόσεις στην ανάγνωση, τα παιδιά που εκδηλώνουν ειδικές δυσκολίες μάθησης έχουν ικανοποιητικό νοητικό επίπεδο. Ο διαχωρισμός αυτός είναι σημαντικός, γιατί η φύση των μαθησιακών δυσκολιών καθορίζει την αντιμετώπιση και την έκβασή τους.

  • Υπερβολική δραστηριότητα ή και νωχελικότητα (παρατηρείται επιλεκτικά, όταν το μαθησιακό αντικείμενο ενοχλεί)
  • Έλλειψη αντιληπτικο- κινητικού συντονισμού
  • Συναισθηματική αστάθεια (καλές και κακές στιγμές χωρίς ιδιαίτερο λόγο)
  • Διαταραχές προσοχής (εξαιτίας της δυσκολίας του μαθησιακού υλικού)
  • Παρορμητισμός (ο μαθητής απαντάει γρήγορα χωρίς περίσκεψη, γεγονός που οδηγεί σε λάθη)
  • Διαταραχές κυρίως της βραχύχρονης μνήμης και της σκέψης (του προγραμματισμού και της οργάνωσης των ενεργειών πριν από τη λύση ενός προβλήματος)
  • Ειδικές ακαδημαϊκές δυσκολίες
  • Διαταραχές του λόγου και της ακοής (πιθανά προβλήματα άρθρωσης, φτωχό λεξιλόγιο, αδυναμία ακουστικής διάκρισης)
  • Έλλειψη μεταγνωστικής ικανότητας και στρατηγικών προσέγγισης της μάθησης
  • Χαμηλή αυτοεκτίμηση
  • Μειωμένα κίνητρα δράσης.

Παράλληλα, ένα παιδί με μαθησιακές δυσκολίες μπορεί επίσης να επιδεικνύει ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

  • παρορμητική συμπεριφορά,
  • ακατάλληλη ανταπόκριση σε σχολικές ή κοινωνικές περιστάσεις,
  • δυσκολία συγκέντρωσης στο έργο (εύκολη απόσπαση της προσοχής),
  • αδυναμία εύρεσης του κατάλληλου τρόπου για να εκφράσουν κάτι,
  • μη συνεπής σχολική απόδοση,
  • ανώριμος τρόπος ομιλίας,
  • δυσκολία στην καλή ακρόαση,
  • προβλήματα αντιμετώπισης νέων καταστάσεων στη ζωή τους,
  • προβλήματα στην κατανόηση λέξεων ή εννοιών.

 

Αυτά τα χαρακτηριστικά από μόνα τους δεν είναι αρκετά για να καθορίσουν το αν ένα άτομο έχει μαθησιακές δυσκολίες. Μια επαγγελματική αξιολόγηση είναι απαραίτητη για τη διάγνωση των μαθησιακών δυσκολιών. Κάθε μαθησιακή δυσκολία έχει τα δικά της χαρακτηριστικά και τις δικές της ενδείξεις, τις οποίες μπορείτε να διαβάσετε στην κάθε υποκατηγορία.

Οι αδυναμίες ή οι ιδιαιτερότητες σε όλες τις παραπάνω περιοχές συμβάλλουν στη δημιουργία ενός πολύπλοκου προβλήματος το οποίο επηρεάζει ολόκληρη τη ζωή του παιδιού. Ωστόσο αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετά από τα παραπάνω χαρακτηριστικά – ιδίως όσα σχετίζονται με τη συμπεριφορά και το συναίσθημα- δημιουργούνται δευτερογενώς, δηλαδή ως συνέπεια των αποτυχιών του μαθητή στον γνωστικό τομέα.

Διαταραχή της ανάγνωσης (Δυσλεξία):

Αναφέρεται στη σημαντικά χαμηλότερη επίδοση στην ανάγνωση (ακρίβεια και ευχέρεια ανάγνωσης), δεδομένης της ηλικίας του παιδιού και της επαρκούς νοημοσύνης και εκπαίδευσής του. Τυπικές δυσκολίες των παιδιών με διαταραχές της ανάγνωσης είναι οι καθρεπτισμοί (3/ε), οι αντιμεταθέσεις (αργός/αγρός), οι αναστροφές (μ/η) και οι παραλείψεις (πέρα/πέτρα). Το παιδί με μαθησιακή διαταραχή στην ανάγνωση στερείται στην επάρκεια γλωσσικών δεξιοτήτων, που είναι απαραίτητες για τη διαδικασία της ανάγνωσης γραπτού λόγου.

Η δυσλεξία παρουσιάζεται με μια σειρά σχολικών αδυναμιών όπως είναι:

  • Ανικανότητα φωνολογικής σύνδεσης του φωνήματος και του γραφήματος (αδυναμία φωνολογικής ενημερότητας)
  • Αδυναμία κατανόησης της μορφής που παίρνουν κατά την κλίση οι κλιτές λέξεις
  • Αδυναμία κατανόησης και παραγωγής προτάσεων πολύπλοκων συντακτικά
  • δυσκολία σύνδεσης της φωνολογικής και της γραφημικής εικόνας της λέξης με τη σημασία της
  • Περιορισμένο ενεργητικό λεξιλόγιο.
  • Ακατάστατο γραφικό χαρακτήρα-δυσανάγνωστο γραπτό με (έλλειψη σημείων στίξης, παράλειψη τόνων ,αντιστροφές γραμμάτων, παράλειψη ή μετατόπιση συλλαβών, άσχετες παρεμβολές, πολλά ορθογραφικά λάθη.)
  • Αργή ανάγνωση ή αποφυγή μεγαλόφωνης ανάγνωσης.

Η δυσλεξία δεν είναι αποτέλεσμα έλλειψης κινήτρων, αισθητηριακών ανεπαρκειών, ανεπαρκούς διδασκαλίας ή περιβαλλοντικών ευκαιριών παρ’ ότι μπορεί να εκδηλώνεται και σε τέτοιες περιπτώσεις. Παρ’ ότι η δυσλεξία είναι πρόβλημα ζωής τα δυσλεκτικά άτομα ανταποκρίνονται επαρκώς με την έγκαιρη και κατάλληλη αντιμετώπιση (Παγκόσμια Ένωση  Δυσλεξίας IDA).

 

Δυσαναγνωσία  

Η Δυσαναγνωσία αφορά δυσκολίες στον μηχανισμό αποκωδικοποίησης των συμβόλων ή/και στην κατανόηση του αναγνωστικού περιεχομένου. Το άτομο δηλαδή, μπορεί να παρουσιάσει δυσκολίες είτε στη μια είτε στην άλλη παράμετρο. Πολλές φορές όμως μπορεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες τόσο στην αναγνωστική δεξιότητα όσο και στην κατανόηση των όσων διαβάζει. Εντούτοις, είναι σημαντικό πως δεν κατακτούν όλα τα παιδιά την αναγνωστική δεξιότητα στις ίδιες χρονικές περιόδους. Κάποια παιδιά μπορεί να αρχίσουν να διαβάζουν από 3χρονων και άλλα παιδιά να καταφέρουν να αυτοματοποιήσουν αυτή τη δεξιότητα (και όχι απαραίτητα να την τελειοποιήσουν), μετά τα 12 χρόνια.

Οι δυσκολίες στην κωδικοποίηση και αποκωδικοποίηση της γλώσσας βελτιώνονται και σταδιακά εξομαλύνονται, δεν ξεπερνιόνται όμως ποτέ. Στις μεγαλύτερες ηλικίες, κι ενώ φαίνονται να έχουν “ξεπεραστεί” τα προβλήματα, συνήθως επανεμφανίζονται, όταν ο έφηβος είναι κουρασμένος, όταν έχει άγχος, ή/και όταν μπαίνουν χρονικά όρια.

Τα προβλήματα της ανάγνωσης αφορούν δυο διαφορετικούς άξονες:

Α) το μηχανισμό αποκωδικοποίησης, δηλαδή πως συσχετίζονται τα σύμβολα (γραφήματα) μεταξύ τους για να γίνουν λέξεις:

  • παραλείψεις, αντικαταστάσεις, αντιπαραθέσεις, προσθήκες γραφημάτων ή/και συλλαβών, ή/και λέξεων
  • αργός ρυθμός ανάγνωσης
  • πολλές παύσεις, διακεκομμένος ρυθμός ανάγνωσης, χάνει τη θέση του, διαβάζει λάθος

Β) την αναγνωστική κατανόηση, που είναι ανεξάρτητη από τον μηχανισμό αποκωδικοποίησης:

  • αδυναμία να ανακαλέσει τα όσα διάβασε, είτε αυτό αφορά τις πληροφορίες, είτε το ακριβές λεξιλόγιο
  • δυσκολία να βγάλει συμπεράσματα ή να κάνει εικασίες πάνω στα θέματα που διάβασε
  • ανεπαρκής ικανότητα να κάνει γενικεύσεις και να χρησιμοποιεί ήδη καταγραμμένες γνώσεις για να απαντήσει ερωτήσεις πάνω στο κείμενο που διάβασε.

Οι μαθητές που έχουν δυσκολίες αποκωδικοποίησης, δηλαδή έχουν ειδική μαθησιακή δυσκολία τύπου δυσλεξίας εμφανίζουν δυσκολίες στην ανάγνωση, οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούν σε αναγνωστική υποεπίδοση. Ωστόσο, αναγνωστικές δυσκολίες μπορούν να παρουσιάζουν και τα παιδιά με αναπτυξιακή διαταραχή του λόγου, τύπου δυσφασίας και τα παιδιά που εμφανίζουν δυσκολίες στην ανάγνωση λόγω του χαμηλότερου νοητικού δυναμικού ή λόγω συναισθηματικών ή κοινωνικών προβλημάτων.

 

Διαταραχή της γραπτής έκφρασης:

Αναφέρεται σε διαταραχή σε δεξιότητες γραφής, δεδομένης της ηλικίας του παιδιού και της επαρκούς νοημοσύνης και εκπαίδευσης. Η διαταραχή στις δεξιότητες γραφής παρεμποδίζει την ικανότητα του παιδιού για παραγωγή σύνθετων κειμένων (γραμματική, σύνταξη, οργάνωση κειμένου). Τα παιδιά με δυσκολία στη γραπτή έκφραση δεν έχουν δυσκολίες μόνο στη γραφή (π.χ. συλλαβισμός, δομή, σύνταξη, λεξιλόγιο, ορθογραφία), αλλά ενδέχεται να δυσκολεύονται και σε άλλες δραστηριότητες που απαιτείται καλός συντονισμός χεριού-ματιού. Σύμφωνα με τους δασκάλους, τα παιδιά αυτά γράφουν μικρότερα και λιγότερα ενδιαφέροντα κείμενα που στερούνται οργάνωσης.

Τα συχνά λάθη που κάνουν τα παιδιά με δυσγραφία είναι τα εξής:

  • δεν ευθυγραμμίζουν επαρκώς τις λέξεις πάνω στο χαρτί
  • χρησιμοποιούν κεφαλαία γράμματα ανάμεσα σε μικρά
  • γράφουν ακατάστατα με αποτέλεσμα οι λέξεις να είναι δυσανάγνωστες
  • αντικαθιστούν το γράμμα ρ με τον αριθμό 9
  • δυσκολεύονται πολύ στο να γράψουν ορθογραφημένα
  • κόβουν τις λέξεις και καταργούν τα μεταξύ τους όρια
  • στο ίδιο κείμενο κάνουν διαφορετικά ορθογραφικά λάθη στην ίδια λέξη, π.χ. «ψομύ» και στο ίδιο κείμενο σε άλλο σημείο «ψομή»
  • χρησιμοποιούν τηλεγραφική μορφή στον γραπτό λόγο, με περιορισμένο λεξιλόγιο
  • κρατούν μεγάλες αποστάσεις μεταξύ των γραμμάτων
  • τα γράμματά τους παρουσιάζουν ανομοιόμορφο μέγεθος
  • ο ρυθμός γραφής τους είναι αργός
  • δεν χρησιμοποιούν σημεία στίξης και χρόνους και έχουν δυσκολίες στη σύνταξη και τη γραμματική
  • δεν βάζουν τόνους ή παρατονίζουν.

 

Δυσορθογραφία

Ορθογραφία είναι η χρήση τυποποιημένων κανόνων για την καταγραφή των φθόγγων μιας γλώσσας. Η ικανότητα της γραφής απαιτεί απ’ το άτομο να μπορεί να συσχετίσει ήχους με γράμματα να κάνει ανάκληση των γραμματικών μορφημάτων, να μπορεί να διαλέξει ανάμεσα σε ένα σωστό γράφημα όταν δεν υπάρχει σχέση μεταξύ του ήχου και του γράμματος, να ομαδοποιεί καταλήξεις ακολουθώντας τους βασικούς κανόνες της ορθογραφίας (Δημητρίου, 1994).

Η Δυσορθογραφία ανήκει στην κατηγορία των Ειδικών Μαθησιακών Δυσκολιών. Αποτελεί ειδική διαταραχή της μάθησης της ορθογραφίας και των κανόνων που τη διέπουν.

Πολύ συχνά συνυπάρχει με την δυσλεξία αλλά μπορεί να υπάρχει και μόνη της. Το φαινόμενο της δυσορθογραφίας σχετίζεται με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το άτομο στη διαδικασία της γραφής, τόσο σε επίπεδο λέξης, όσο και σε επίπεδο σύνταξης, πρότασης και παραγράφου.

Τα  λάθη των παιδιών με δυσορθογραφία μπορούν να ταξινομηθούν σε επτά μεγάλες κατηγορίες οι οποίες αναλύονται παρακάτω:

  1. Λάθη στην τοποθέτηση των γραφημάτων στο χώρο.

α. Αντικατάσταση γραμμάτων από άλλα γειτονικών μορφών.

-διαφορετικά προσανατολισμένα (ρ. 9)

-γειτονικής μορφής (γ,χ)

β. Αντιστροφές

-αντιστροφή αρχικού φωνήεντος (αρ, ρα)

-αντιστροφές μέσα στην συλλαβή ή σε διαδοχικά σύμφωνα (τρία, τίρα)

γ. Παράλειψη γραμμάτων ή συλλαβών

δ. Πρόσθεση γραμμάτων ή συλλαβών

ε. Σύνδεση των λέξεων (της μαμάς του-της μαμάστου)

2. Φωνολογικά λάθη.

α. Αντικατάσταση άηχου ηχηρού φωνήματος

β. Απλοποίηση συμπλέγματος (βάφτισα, βάφισα)

γ. Αφομοίωση (παγώνω, παγώγω)

δ. Επένθεση (κλαίω, καλαίω)

ε. Παραποίηση φωνηέντων (πέντε, πέντα)

3. Λάθος χρήση (ιστορική ορθογραφία)

4.Λάθη στη χρήση διαφορετικών γραμμάτων ενός ίδιου ήχου: ευχαριστώ-εφχαριστώ.

5. Λάθη συμφωνίας γραμματικής κλίσης. Τα παιδιά με δυσορθογραφία μπορεί να γνωρίζουν τους γραμματικούς κανόνες αλλά δεν μπορούν να τους εφαρμόσουν.

6. Αντικατάσταση λέξεων: γάτα-σκύλος

7. Ομόηχες λέξεις: λύπη-λείπει.

Λάθη δυσορθογραφίας δύνανται να οφείλονται σε διαταραχές της οπτικής και ακουστικής αντίληψης, σε διαταραχές της ανάπτυξης του προφορικού λόγου και σε δυσκολία στην οργάνωση του χώρου και του χρόνου. Δυσλειτουργία στο μηχανισμό της οπτικής μνήμης και παρατηρείται έλλειψη παγιωμένου ορθογραφικού συστήματος.

 

Δυσγραφία

Η Δυσγραφία χαρακτηρίζεται από ελλειμματική επεξεργασία στη μετατροπή των ακουστικών και οπτικών ερεθισμάτων σε κινητική συμπεριφορά, από δυσκολία του ατόμου να παράγει αναγνώσιμη γραφή με το χέρι και μία γενική ασυνέπεια αναγνωστικού επιπέδου και γραφής.

Πρόκειται για μία επίκτητη βλάβη του κεντρικού νευρικού συτήματος και μπορεί να είναι επιφανειακή, φωνολογική, βαθιά και περιφερειακή. Πρόκειται για μία νευρολογική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από δυσκολίες στη γραφή και δημιουργούνται παραμορφώσεις ή λάθη.

Στα παιδιά εμφανίζεται όταν πρωτο-ενασχολούνται σε δραστηριότητες γραψίματος. Κάνουν γράμματα με λάθος μέγεθος ή και κατεύθυνση ή γράφουν λανθασμένες και με ορθογραφικά σφάλματα λέξεις παρά τις οδηγίες για το αντίθετο. Τα παιδιά με αυτή την διαταραχή πιθανά έχουν και άλλες δυσκολίες μαθησιακές αλλά συνήθως δεν έχουν κοινωνικές δυσκολίες.

Συμπτώματα δυσγραφίας

Ο μαθητής εμφανίζει δυσκολία με συγκεκριμένα γραφήματα της Ελληνικής αλφαβήτας:

  • Δεν θυμάται πως να γράψει μερικά γράμματα ή νούμερα.
  • Αλλοιώνει τα σχήματα των γραμμάτων ή νούμερων.
  • Όλη του η γραφή είναι αδέξια.
  • Έχει δυσκολία να αντιγράψει από το χειρόγραφο σε καλλιγραφική γραφή.
  • Κομματιάζει μερικά γράμματα ή νούμερα.
  • Έχει δυσκολίες να διακρίνει κεφαλαία και μικρά γράμματα.
  • Σημειώνει από πάνω προς τα κάτω γράφοντας μερικά γράμματα.
  • Χρησιμοποιεί αδέξιες καμπύλες που δεν υπάρχουν σε μερικά γράμματα.
  • Δυσκολία να αντιγράφει απλές φράσεις.
  • Δυσκολεύεται να αντιγράψει απλές γραμμές.
  • Δεν μπορεί να κάνει γωνίες.
  • Μπερδεύει κεφαλαία και μικρά.
  • Σύγχυση με κατευθύνσεις: —>           <—
  • Γράφει ορισμένα γράμματα, νούμερα ή φράσεις καθρεφτικά.
  • Δεν μπορεί να θυμηθεί να γράψει κάτι απέξω.
  • Η δουλειά του χειροτερεύει προς το τέλος του γραπτού του.
  • Έχει μεγάλη δυσκολία να μένει πάντα στη γραμμή.

Δευτερογενή συμπτώματα

  • Ηλικία διάγνωσης και έναρξης παρέμβασης
  • Δευτερογενή συμπτώματα (ΔΕΠ-Υ, παράλληλες δυσκολίες μνήμης, μάθησης, ικανότητας αυτοματοποίησης, νοητικό δυναμικό, αισθητηριακές δυσκολίες κλπ)
  • Συνεργασία με γονείς, εκπαιδευτικούς
  • Συναισθηματική σταθερότητα του παιδιού

 

Διαταραχή των μαθηματικών (Δυσαριθμησία):

Οι Μαθησιακές Δυσκολίες στα Μαθηματικά μπορεί να συνυπάρχουν με τα προβλήματα Δυσορθογραφίας ή/και Δυσαναγνωσίας αλλά αφορούν διαφορετική νευροαναπτυξιακή διαταραχή. Μπορεί να έχουν τις ίδιες δυσκολίες σε ότι αφορά την κατανόηση μαθηματικών εννοιών και στα προβλήματα που διαβάζει. Η δυσκολία δηλαδή που μπορεί να έχει ένα παιδί στην αναγνωστική κατανόηση μπορεί να επηρεάζει ή να συνυπάρχει με προβλήματα στην κατανόηση των γραπτών μαθηματικών προβλημάτων. Για αυτό και οι Μαθησιακές Δυσκολίες στα Μαθηματικά δεν συνεπάγεται – αυθαίρετα – με τις δυσκολίες στην κωδικοποίηση και αποκωδικοποίηση της γλώσσας.

Οι ανωτέρω δυσκολίες δεν εμπίπτουν εξαιτίας χαμηλού νοητικού δυναμικού, προβλήματα όρασης ή ανεπαρκούς εκπαίδευσης. Τα εν λόγω διαγνωστικά κριτήρια βασίζονται στο γεγονός ότι οι συγκεκριμένες δυσκολίες του παιδιού είναι σημαντικά πολύ χαμηλότερου επιπέδου απ’ ότι αναμένεται για τη χρονολογική του ηλικία, τη γενική νοητική του ικανότητα και τη σχολική τάξη που παρακολουθεί.

Αναφέρεται στη σημαντικά χαμηλότερη επίδοση στη μαθηματική ικανότητα, δεδομένης της ηλικίας του παιδιού και της επαρκούς νοημοσύνης και εκπαίδευσής του. Τυπικές δυσκολίες των παιδιών περιλαμβάνουν αδυναμία κατανόησης μαθηματικών εννοιών στις οποίες βασίζονται οι αριθμητικές πράξεις, αδυναμία κατανόησης μαθηματικών όρων και συμβόλων, δυσκολία στη στοίχιση αριθμών κατά τη διάρκεια αριθμητικών υπολογισμών και στην αποστήθιση των πινάκων πολλαπλασιασμού.

Η δυσαριθμησία δεν έχει μελετηθεί εκτενώς, γι’ αυτό δεν υπάρχουν αρκετά ερευνητικά δεδομένα γι’ αυτήν σε σύγκριση π.χ., με τη δυσλεξία.

Η δυσαριθμησία παρουσιάζεται με μια σειρά αδυναμιών όπως είναι:

  • δυσκολία με εκφωνήσεις μαθηματικών προβλημάτων,
  • δυσκολίες σε χρηματικές συναλλαγές,
  • έλλειψη τάξης και οργάνωσης όταν προσπαθούν να επεξεργαστούν τα μαθηματικά προβλήματα στο χαρτί,
  • δυσκολία στην αναγνώριση λογικών ακολουθιών πληροφοριών (για παράδειγμα τα βήματα σε μαθηματικά προβλήματα),
  • προβλήματα στην κατανόηση της χρονικής ακολουθίας των γεγονότων,
  • δυσκολία με τη λεκτική περιγραφή των μαθηματικών διαδικασιών,
  • δυσκολία με τη μέτρηση, την εκμάθηση αριθμητικών δεδομένων και τον υπολογισμό μαθηματικών πράξεων,
  • δυσκολία με τις νοητικές μαθηματικές στρατηγικές και τις στρατηγικές επίλυσης προβλημάτων.

Επίσης, δυσκολεύονται με τις έννοιες του χρόνου, του προσανατολισμού και της μουσικής. Επίσης, είναι πιθανόν να έχουν προβλήματα στον μυοκινητικό συντονισμό τους, με αποτέλεσμα να μην τα καταφέρνουν ικανοποιητικά σε δραστηριότητες όπως ο αθλητισμός ή ο χορός. Αντίθετα με τη δυσλεξία, όπου παρατηρούνται δυσκολίες στις ακουστικές- αντιληπτικές και λεκτικές δεξιότητες, στη δυσαριθμησία υπάρχει έλλειμμα στις οπτικοχωρικές και οπτικοαντιληπτικές δεξιότητες.

Στον τομέα της αντιμετώπισης ο λογοθεραπευτής είναι ειδικός στην καλλιέργεια της φωνολογικής ενημερότητας που είναι σημαντική για την ανάπτυξη του γραπτού λόγου και του μηχανισμού της ανάγνωσης. Επιπλέον, εφαρμόζει εξειδικευμένα προγράμματα που αφορούν την αντιμετώπιση των πολλαπλών ορθογραφικών λαθών με στόχο τον περιορισμό τους και ασκήσεις εξάσκησης του μηχανισμού ανάγνωσης για να αποκτήσει η ανάγνωση κειμένων αλλά και μεμονωμένων λέξεων ροή και να περιοριστεί στο ελάχιστο ο συλλαβισμός σε επίπεδο λέξης, πρότασης και κειμένου. Ο λογοθεραπευτής είναι ο ειδικός που γνωρίζει την φυσιολογική εξέλιξη του προφορικού λόγου και μπορεί να παρέμβει σε παιδιά σχολικής ηλικία με Μαθησιακές Δυσκολίες για την ορθή δόμηση του γραπτού λόγου ώστε οι σκέψεις να μπορούν να αποτυπωθούν σωστά με χρήση κατάλληλου λεξιλογίου και προφορικών εκφράσεων. Παράλληλα με το ειδικό θεραπευτικό πρόγραμμα που θα σχεδιάσει για το κάθε παιδί, θα συνεργαστεί με την υπόλοιπη διεπιστημονική ομάδα για να αντιμετωπιστούν οι όποιες δυσκολίες του παιδιού. Θα συνεργαστεί επίσης με τον δάσκαλο και το σχολείο, για να προωθηθούν οι προφορικές αξιολογήσεις στο παιδί, να το ενθαρρύνουν και να του υπενθυμίζουν να χρησιμοποιεί στην τάξη τις επιτυχείς στρατηγικές που έμαθε. Με αυτό τον τρόπο θα εφαρμοστεί μια ολιστική προσέγγιση για την αντιμετώπιση του προβλήματος, το παιδί θα έχει ανατροφοδότηση από όλους εκείνους που ασχολούνται με τη μαθησιακή του εξέλιξή, θα ενισχυθεί η αυτοπεποίθηση του και θα αρχίσει να του αρέσει το σχολείο εφόσον οι αποτυχίες θα έχουν πλέον ελαχιστοποιηθεί.

Πιο συγκεκριμένα οι τομείς που εμπεριέχονται στο εξατομικευμένο πρόγραμμα:

  • Γλωσσική κατανόηση και χρήση (φωνολογία, μορφολογία, σύνταξη, σημασιολογία, πραγματισμός)
  • Φωνολογική επεξεργασία, συμπεριλαμβανομένης της φωνητικής συνειδητοποίησης
  • Άρθρωση (παραγωγή ήχου ομιλίας
  • Γνώση γράμματος / ήχου
  • Δυσκολία στην εύρεση λέξεων
  • Αναδυόμενη μεταγλωσσική συνείδηση
  • Αφηγηματική συζήτηση
  • Βραχυπρόθεσμη μνήμη

Οι εργοθεραπευτές βοηθούν τα παιδιά να αποκτήσουν ανεξαρτησία και να αναπτύξουν νέες δεξιότητες που θα επιτρέψουν τη συμμετοχή σε καθημερινές δραστηριότητες, όπως η αυτοφροντίδα, το παιχνίδι και η μάθηση. Όταν ένα παιδί έχει διαγνωστεί με μαθησιακές δυσκολίες, ο θεραπευτής θα συνεργαστεί στενά μαζί του για να βελτιστοποιήσει τη δέσμευσή του στο σχολείο και στο περιβάλλον του σπιτιού. Οι εργοθεραπευτές συνήθως εργάζονται για τα υποβόσκοντα κινητικά προβλήματα, τις προκλήσεις στον τομέα της προσοχής ή τα οπτικά ελλείμματα αντίληψης που μπορούν να συμβάλλουν ή να προκαλέσουν ακαδημαϊκές δυσκολίες στο παιδί. Τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες μπορεί επίσης να δυσκολεύονται να οργανώσουν ή να ακολουθήσουν τις ενέργειες που απαιτούνται για την ολοκλήρωση των καθημερινών δραστηριοτήτων τους. Ένας έργοθεραπευτης μπορεί να σας βοηθήσει να δημιουργήσετε αποτελεσματικές ρουτίνες και να καταμερίσετε τις πληροφορίες σε βήματα που το παιδί θα μπορέσει να ακολουθήσει.

Δεξιότητες γραφής – Οι δυσκολίες στην γραφή είναι πολύ συχνές. Τα προγράμματα για τη γραφή, που βασίζονται στη χρήση υλικού κατάλληλου για την ανάπτυξη και τα εργαλεία πολλαπλών αισθήσεων βοηθούν συχνά τα παιδιά να μάθουν πιο αποτελεσματικά. Αυτό ενθαρρύνει τα παιδιά να συμμετέχουν ενεργά με υλικά που καλύπτουν όλες τις μορφές μάθησης.

Προσοχή και αυτορρύθμιση – Οι δυσκολίες σε αυτόν τον τομέα μπορεί να αντιμετωπιστούν μέσω προγραμμάτων που χρησιμοποιούν την γνωστική συμπεριφορική προσέγγιση για να διδάξουν την αυτορρύθμιση και να κατηγοριοποιήσουν το επίπεδο εγρήγορσης του παιδιού. Τα παιδιά μαθαίνουν τρόπους να ηρεμήσουν το σώμα τους όταν βρίσκονται σε κατάσταση υψηλής διέγερσης ή να διεγείρουν το σώμα τους όταν βρίσκονται σε κατάσταση χαμηλής διέγερσης. Στόχοι συχνά περιλαμβάνουν το πώς να διατηρήσουν το σώμα τους αίσθημα «ακριβώς σωστό» έτσι ώστε να είναι σε θέση να παρακολουθήσουν και να επικεντρωθούν κατά τη διάρκεια των μαθησιακών εργασιών.

Παιδαγωγική Συνεργασία – Οι εργοθεραπευτές ενθαρρύνουν τη συνεργασία με τους δασκάλους και τους γονείς για να υποστηρίξουν κάθε παιδί. Αυτό βοηθά στην παροχή κάθε απαραίτητης  διευκόλυνσης και στην ανάπτυξη αποτελεσματικών στρατηγικών για τη βελτίωση της εμπλοκής του παιδιού στο περιβάλλον της τάξης. Για παράδειγμα, ένας εργοθεραπευτήε μπορεί να συστήσει να εφαρμοστούν διαλείμματα κίνησης καθ ‘όλη τη διάρκεια της ημέρας του παιδιού, ώστε το παιδί να μπορέσει να εστιάσει καλύτερα και να παρακολουθήσει μαθήματα με προκλήσεις. Μπορούν επίσης να συστήσουν να χρησιμοποιηθεί ένα πρόγραμμα για να επιτρέψει στο παιδί να προβλέψει τι μπορεί να συμβεί στη συνέχεια στην τάξη για να υποστηρίξει θετικές μεταβάσεις μεταξύ των δραστηριοτήτων.

Ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα ειδικής παιδαγωγικής παρέμβασης στοχεύει στην αντιμετώπιση των μαθησιακών δυσκολιών στους επιμέρους μαθησιακούς τομείς, στους οποίους το άτομο παρουσιάζει δυσκολίες.

Μέσα από τη χρήση εξειδικευμένων, εναλλακτικών μεθόδων και μέσων διδασκαλίας, εποπτικών μέσων, Η/Υ και ποικίλου εκπαιδευτικού υλικού, το πρόγραμμα ειδικής παιδαγωγικής παρέμβασης, μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Καλλιέργεια της χρήσης τεχνικών και μεθόδων μελέτης
  • Καλλιέργεια μεταγνωστικών στρατηγικών
  • Ανάπτυξη γλωσσικής καλλιέργειας
  • Καλλιέργεια γραπτού λόγου
  • Βελτίωση αναγνωστικής ικανότητας
  • Χρήση σωστών γραμματικών τύπων
  • Άσκηση του μαθητή στις τεχνικές της δημιουργικής γραφής
  • Εύρεση και χρήση μνημοτεχνικών μεθόδων προκειμένου να μαθαίνει τη θεματική ορθογραφία
  • Καλλιέργεια φωνολογικής συνειδητότητας
  • Εκπαίδευση σε ασκήσεις οπτικοακουστικής αντίληψης
  • Άσκηση στην επίλυση προβλημάτων
  • Ενίσχυση μαθηματικών δεξιοτήτων
  • Βελτίωση επιδεξιότητας του χεριού
  • Εμπλουτισμός ενεργητικού λεξιλογίου
  •  Προληπτική παρέμβαση σε παιδιά προσχολικής ηλικίας που βρίσκονται «σε επικινδυνότητα» για εμφάνιση μεταγενέστερων ειδικών μαθησιακών δυσκολιών.
  •  Προγράμματα παρέμβασης για την ανάπτυξη και βελτίωση άλλων περιοχών της ανάπτυξης, εφόσον εντοπίζονται δυσκολίες (πχ. Πρόγραμμα ανάπτυξης γνωστικών ικανοτήτων σε άτομα με χαμηλή ή οριακή νοητική ικανότητα, εκπαίδευση σε χωρο-χρονικές έννοιες, οπτικο-αντιληπτικές ικανότητες, κ.λ.π., βελτίωση συγκέντρωσης-προσοχής, οργάνωση συμπεριφοράς, διαχείριση χρόνου, οργάνωση καθημερινού προγράμματος).

Οι στρατηγικές εξατομικευμένης διδασκαλίας περιλαμβάνουν:

  • τη χρήση αναγνωστικού υλικού (λίστες λέξεων ή κείμενα), οπτικο-ακουστικό υλικό, μαγνητικά γράμματα κ.λπ.
  • πολλαπλές δυνατότητες και ευκαιρίες στο μαθητή, για να κατακτήσει το γνωστικό αντικείμενο
  • χρήση ποικίλων μεθόδων διδασκαλίας
  • απλοποίηση της ορολογίας κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας
  • αριθμός εργασιών που ανατίθενται καθώς επίσης προσδιορίζεται και το χρονοδιάγραμμα διδασκαλίας. Για παράδειγμα εξασφαλίζουμε στο μαθητή επαρκή χρόνο, για να απαντά, παρουσιάζουμε τις πληροφορίες με εναλλακτικούς τρόπους και όχι μόνο με μετωπική διδασκαλία, χρησιμοποιούμε εξειδικευμένο λογισμικό.

Η αποτελεσματικότητα ενός εκπαιδευτικού προγράμματος παρέμβασης προσδιορίζεται κυρίως από το πόσο αυτό είναι προσαρμοσμένο στις ιδιαίτερες δυνατότητες και αδυναμίες του κάθε μαθητή. Εξαρτάται από την επιστημονική ενημέρωση του θεραπευτή σε θέματα μαθησιακών δυσκολιών και ψυχολογίας του μαθητή και από την ανάπτυξη και την προσαρμογή του εκπαιδευτικού υλικού στις γνωστικές και μαθησιακές ανάγκες και δυνατότητες του κάθε μαθητή όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί από τη σωστή διαγνωστική αξιολόγησή του.

Εξωτερικά Χαρακτηριστικά

  • Αδιαφορία
  • Απόσυρση
  • Μοναξιά/Απομόνωση
  • Ανάγκη απομόνωσης στον «κόσμο» του/ της
  • Ανάγκη διαφυγής από την «πραγματικότητα»
  • Επιθετικότητα/Βία
  • Εφηβική παραβατικότητα
  • Αρνητισμός
  • Θυμός
  • Ανεπαρκή κοινωνική αντίληψη

Εσωτερικά Χαρακτηριστικά

  • Χαμηλή αυτοεκτίμηση
  • Απόρριψη του εαυτού και των άλλων
  • Στιγματισμός
  • Εσωτερικός πόνος
  • Απογοήτευση – Κατάθλιψη

Τα παιδιά που αντιμετωπίζουν Μαθησιακές Διαταραχές συχνά αισθάνονται ότι έχουν ελάχιστο ή καθόλου έλεγχο στη ζωή τους, καθώς όλες οι μέχρι τώρα εμπειρίες τους προκαλούσαν μεγάλο άγχος και αισθήματα αποτυχίας, με αποτέλεσμα να μειώνεται σημαντικά τόσο το κίνητρό τους για προσπάθεια όσο και η πεποίθησή τους ότι μπορούν να τα καταφέρουν.

Ως συνέπεια των παραπάνω, συχνά τα παιδιά αυτά κάνουν απεγνωσμένες προσπάθειες να αναπτύξουν το αίσθημα του ελέγχου, αλλά οι προσπάθειες αυτές είναι καταδικασμένες σε αποτυχία, γιατί δοκιμάζουν με λάθος τρόπους να αυξήσουν το αίσθημα ελέγχου. Έτσι, μπορεί να παρουσιάσουν ιδιαίτερα αυξημένα επίπεδα άγχους ή καταθλιπτικής διάθεσης ή ακόμα μπορεί να υιοθετήσουν προβληματικές συμπεριφορές. Ανεξάρτητα από την θεραπευτική προσέγγιση είναι εξέχουσας σημασίας να φροντίσει ο ειδικός, ώστε να υπάρξουν για το παιδί αρκετές ευκαιρίες να βιώσει συναισθήματα ελέγχου, αυτοαξίας, και αυτοαποτελεσματικότητας. Η επίτευξη ενός στόχου θα πρέπει να χωρίζεται σε μικρότερα βήματα και να παρέχεται ενίσχυση για κάθε επίτευγμα του παιδιού. Έτσι, λοιπόν, αναμένεται ότι το κίνητρο για ενασχόληση με το έργο, η εστίαση της προσοχής και η συγκέντρωση θα αυξηθούν, ενώ παράλληλα η διάσπαση της προσοχής και τα αισθήματα αγανάκτησης, άγχους και απογοήτευσης θα μειωθούν σημαντικά.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές πως η ψυχολογική στήριξη του παιδιού ή του εφήβου που έχει Μαθησιακές Διαταραχές κρίνεται απαραίτητη, καθώς η αξιολόγηση μόνο ως προς τις επιδόσεις στην γραφή, την ανάγνωση ή τα μαθηματικά και η αντιμετώπιση των σχετικών δυσκολιών δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής. Το άτομο που παρουσιάζει μαθησιακές διαταραχές, ιδιαίτερα αν διανύει την παιδική ηλικία ή την εφηβεία, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα κληθεί να αντιμετωπίσει θέματα όπως η αποδιοργάνωση, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η συναισθηματική αστάθεια και οι προβληματικές διαπροσωπικές σχέσεις με ενηλίκους (γονείς και εκπαιδευτικούς), αλλά και συνομηλίκους (φίλους, συμμαθητές).

Είναι σημαντικό, λοιπόν, να διερευνηθούν όλοι οι τομείς αυτοί που σχετίζονται με τις σκέψεις, τις αντιλήψεις, τις προσδοκίες, τα «πιστεύω» και τα συναισθήματα που αναπτύσσουν τα άτομα σε ότι αφορά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν εξαιτίας της διαταραχής τους. Κανένα ειδικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα δεν μπορεί από μόνο του να ανταποκριθεί πλήρως και επαρκώς στις ανάγκες αυτών των παιδιών αν ταυτόχρονα ο ειδικός δεν βρίσκεται κοντά τους και δεν γνωρίζει πώς αισθάνονται, τι είδους σκέψεις διατηρούν για τον εαυτό τους και την αυτοαξία τους, ποιες πεποιθήσεις έχουν για τους σημαντικούς άλλους και πώς βιώνουν τις δυσκολίες τους. Όντας σε επαφή με τις σκέψεις και τα συναισθήματα του παιδιού και γνωρίζοντας τον αντίκτυπο που έχει η διαταραχή στην καθημερινότητά του, ο ειδικός μπορεί να φροντίσει να το διδάξει τεχνικές και δεξιότητες, για να αυξήσει το αίσθημα αυτοεκτίμησης και την αυτοπεποίθησή του, ώστε να ενεργοποιηθεί και να ενισχυθεί το κίνητρο για προσπάθεια και αλλαγή. Παράλληλα, μπορεί να επικεντρωθεί και στην βελτίωση των κοινωνικών δεξιοτήτων του παιδιού, έτσι ώστε να εξαλειφθούν τα προβλήματα αλληλεπίδρασης και κοινωνικής συνδιαλλαγής με τους συνομηλίκους.

Είναι σημαντικό να μην υποτιμηθεί η σημασία της συναισθηματικής κατάστασης του ατόμου και να ανταποκριθεί η θεραπεία και στις ανάγκες για ψυχολογική υποστήριξη, γιατί ειδάλλως η αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε άλλης μορφής παρέμβασης θα είναι μάλλον καταδικασμένη σε χαμηλά επίπεδα.

Οι οικογένειες με ένα ή περισσότερα παιδιά με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες συχνά βιώνουν έντονο στρες, συζυγικά προβλήματα, και σοβαρά συναισθηματικά προβλήματα που μπορεί να έχουν την αφετηρία τους στις δυσκολίες και τη συμπεριφορά του παιδιού. Είναι σημαντικό λοιπόν να συνειδητοποιήσουν γρήγορα οι γονείς την επίδραση που μπορεί να έχει η παρουσία του παιδιού στην οικογένεια, και να αρχίσουν να δουλεύουν μ’ αυτά τα προβλήματα προληπτικά, με θετικό τρόπο, προτού η ανοχή και η υπομονή τους εξαντληθούν, οπότε η μοναδική τους αντίδραση θα είναι η απογοήτευση, ο θυμός και η αρνητικότητα.

Η συμβουλευτική μπορεί να βοηθήσει τους γονείς αυτούς κατ’ αρχάς να κατανοήσουν την φύση των δυσκολιών που αντιμετωπίζει το παιδί τους, να επεξεργαστούν τα συναισθήματα που βιώνουν αναφορικά με αυτές τις δυσκολίες αλλά και να εκπαιδευτούν σε κάποιες δεξιότητες, οι οποίες θα βοηθήσουν στην καλύτερη επικοινωνία, αλληλεπίδραση και την αποτελεσματικότερη στήριξη του παιδιού τους στην προσπάθεια του να αντιμετωπίσει και ενδεχομένως να τις ξεπεράσει και να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του.

Τέλος, μέσω της συμβουλευτικής οι γονείς θα μάθουν τρόπους με τους οποίους θα μπορέσουν να συνεργαστούν αποτελεσματικά με το σχολείο και τους εκπαιδευτικούς, ώστε να διαμορφώσουν όλοι μαζί ένα περιβάλλον όσο το δυνατό περισσότερο βοηθητικό για το παιδί.